Αναγνώριση χρόνου εκπαιδευτικής άδειας άνευ αποδοχών και μέχρι δύο έτη, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 40 του ν.3966/2011, ως χρόνου ασφάλισης στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

Δ Ι Ο Ι Κ Η Σ Η
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ: ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ -ΕΣΟΔΩΝ
ΠΑΡΟΧΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ: ΓΕΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
Ταχ. Διεύθυνση : Αγ. Κων/νου 8
10241 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες : Μ. Δημητρακοπούλου
Π. Δάβου
Αριθ. τηλεφώνου : 210 52 15 248
: 210 52 15 189
FAX : : 210 52 23 228
E – mail : asfika@otenet.gr

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
Αθήνα 15/1/2013
Αριθμ. Πρωτ.
Α23/267/4
EΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΑΡ.:5
ΠΡΟΣ:
Όλα τα Υποκ/τα & Παρ/τα

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:
Ως ο συνημμένος πίνακας διανομής
ΘΕΜΑ : «Αναγνώριση χρόνου εκπαιδευτικής άδειας άνευ αποδοχών και μέχρι
δύο έτη, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 40 του ν.3966/2011, ως
χρόνου ασφάλισης στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.»
ΣΧΕΤ.:α)Τα υπ’αριθμ. Φ80000/οικ9240/597/11-8-2011 και Φ80000/21395/1450/6-
10-2011 έγγραφα της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
β)Το υπ’αριθμ.Γ99/1/12/25-1-2011 Γενικό έγγραφο της Διοίκησης του Ι.Κ.Α.-
Ε.Τ.Α.Μ.
γ)Oι εγκύκλιοι 78/93, 4/94, 90/95, 12/01.

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.3996/2011
«Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ρυθμίσεις θεμάτων
Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις.» και σας γνωρίζουμε ότι
αντικαθίσταται από 1-1-2011 η παρ.18 του άρθρου 10 του ν.3863/2010 «Νέο
Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές
σχέσεις», με τις οποίες αντικαταστάθηκαν αυτές του άρθρου 40 του
ν.2084/1992(Φ.Ε.Κ. 165 Α΄) και επανακαθορίστηκαν οι χρόνοι ασφάλισης
στους φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και το Δημόσιο, που λαμβάνονται υπόψη
για την συμπλήρωση των ημερών που απαιτούνται κατά περίπτωση, για την
θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή την προσαύξηση του ποσού της
σύνταξης των ασφαλισμένων.
Με την παρούσα εγκύκλιο σας κοινοποιούμε τις ανωτέρω διατάξεις
και σας παρέχουμε οδηγίες για την εφαρμογή τους, όσον αφορά την
αναγνώριση χρόνου εκπαιδευτικής άδειας άνευ αποδοχών μέχρι δύο (2) έτη.

1
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΙ. ΕΝΝΟΙΑ – ΠΡΟΪΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται ύστερα από κοινή συμφωνία
εργοδότη και εργαζομένου. Στην ουσία διευκολύνεται ο μισθωτός να απέχει
από την εργασία του, με σκοπό την εκπαίδευση του, χωρίς να κινδυνεύει να
καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του.
Κατά την διάρκεια της εκπαιδευτικής άδειας, η εργασιακή σχέση είναι σε
αναστολή και ο εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλλει αποδοχές.
Για τον λόγο αυτό, δεν υφίσταται συνέχιση της ασφάλισης για τον
συγκεκριμένο χρόνο.
Αρμόδιος φορέας για την αναγνώριση του ανωτέρω χρόνου της
εκπαιδευτικής άδειας είναι αυτός, στον οποίο υπαγόταν ο ασφαλισμένος κατά
τον χρόνο που του χορηγήθηκε.
Όπως είναι γνωστό με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.2084/92,
δόθηκε η δυνατότητα να αναγνωριστεί ο χρόνος εκπαιδευτικής άδειας άνευ
αποδοχών μέχρι και δύο (2) έτη, στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ύστερα
από αίτηση του ενδιαφερομένου.(Σχ.εγκ.78/93).
Η ασφάλιση για την αναγνώριση του συγκεκριμένου χρόνου γίνεται
μόνο για τον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και για το Ε.Τ.Ε.Α.Μ.
εφόσον δεν υπάρχει άλλη επικουρική ασφάλιση.(Σχετ.Εγκ.4/94).
Κατόπιν με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.3 του Ν.2335/95
προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της παρ.2. του άρθρου 40 του ν.2084/92, το
οποίο αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο θα καταβάλλονται οι ασφαλιστικές
εισφορές.
Συγκεκριμένα ορίστηκε ότι οι ασφαλιστικές εισφορές για την αναγνώριση του
χρόνου της εκπαιδευτικής άδειας καταβάλλονται είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις
μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης με έκπτωση 15%, είτε σε μηνιαίες
δόσεις ίσες με τους αναγνωριζόμενους μήνες.
Η πρώτη δόση καταβάλλονταν μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από αυτόν
στον οποίο κοινοποιούνταν η απόφαση στον ενδιαφερόμενο.
Καθυστέρηση καταβολής της δόσης συνεπαγόταν επιβάρυνση της με πρόσθετο
τέλος κατά τα ισχύοντα για κάθε ασφαλιστικό Οργανισμό.
Επίσης είχε προβλεφθεί ότι καθυστέρηση καταβολής δόσης πέραν του
εξάμηνου από την λήξη της τελευταίας δόσης συνεπαγόταν απώλεια του
δικαιώματος προς αναγνώριση του χρόνου που αντιστοιχούσε στις δόσεις που
δεν είχαν εξοφληθεί. Το δικαίωμα της αναγνώρισης μπορούσε να ασκηθεί για
κάθε περίπτωση μόνο μια φορά (Σχετ.εγκ.90/95).
ΙΙ. ΙΣΧΥΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ
ΧΡΟΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ
Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 40 του Ν.3996/2011 αρχίζει
σύμφωνα με ρητή αναφορά την 1/1/2011 και αφορά ασφαλισμένους που
συγκεντρώνουν αθροιστικά τις εξής προϋποθέσεις:
Θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα υποχρεωτικά μετά την 1-1-2011 και
έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3600 ημέρες ή δώδεκα (12) έτη
ασφάλισης.

2
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠ
Σημειώνουμε ότι ο συνολικός χρόνος ο οποίος αναγνωρίζεται
σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.3699/2011 για τη θεμελίωση
συνταξιοδοτικού δικαιώματος δεν μπορεί να υπερβεί:
Τα τέσσερα (4)έτη ή 48 μήνες, για όσους θεμελιώνουν
συνταξιοδοτικό δικαίωμα εντός του έτους 2011.
Τα πέντε (5)έτη ή 60 μήνες, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό
δικαίωμα εντός του έτους 2012.
Τα έξι (6)έτη ή 72 μήνες, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό
δικαίωμα εντός του έτους 2013 και
Τα επτά (7) έτη ή 84 μήνες, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό
δικαίωμα από 1-1-2014 και εφεξής.
Επισημαίνουμε ότι η αναγνώριση χρόνου εκπαιδευτικής άδειας άνευ
αποδοχών μπορεί να γίνει με το προϊσχύον καθεστώς προκειμένου να
θεμελιωθεί συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι 31-12-
2010.
Αντίθετα για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με
διατάξεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από 1-1-2011 βάσει του άρθρου 10
του ν.3863/2010 (αύξηση ηλικιακών – χρονικών προϋποθέσεων), θα ισχύσουν
οι κοινοποιούμενες διατάξεις.
Επίσης σας γνωρίζουμε ότι χρόνοι ασφάλισης που έχουν αναγνωριστεί
βάσει άλλων διατάξεων αφαιρούνται από τον συνολικό χρόνο που μπορεί να
αναγνωρίσει ο ασφαλισμένος κατ’ ανώτατο όριο, ανάλογα με το έτος
θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του
άρθρου 10 του ν.3863/2010 (σχετ. η αριθμ. Φ80000/οικ/9240/597/11-8-2011
εγκύκλιος της Γ.Γ.Κ.Α.).
ΙΙΙ. ΥΠΑΓΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ – ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ
Σύμφωνα με την παρ. 18 του άρθ. 10 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει
μετά την αντικατάστασή του με το άρθ. 40 του ν. 3996/2011, δικαίωμα για
αναγνώριση του χρόνου για τον οποίο δεν έχει χωρήσει ασφάλιση σε φορείς
κύριας ή επικουρικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, έχουν:
α) όσοι θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που αυξάνονται
με τις διατάξεις του άρθ. 10 του ν. 3863/2010 και ισχύουν από 1/1/2011 ή
β) όσοι επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τις διατάξεις του άρθ. 10 του ν.3863/2010
με προϋποθέσεις που μεταβλήθηκαν, καίτοι έχουν θεμελιωμένο δικαίωμα, με
τις προγενέστερες διατάξεις.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ:
Α) Άνδρας 56 ετών με 10.000 βαρέα ένσημα, ο οποίος έχει ήδη θεμελιώσει
δικαίωμα για πλήρη σύνταξη με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας,
μπορεί να αναγνωρίσει πλασματικό χρόνο εκπαιδευτικής άδειας προκειμένου
να συνταξιοδοτηθεί με 10.500 εκ των οποίων 7.500 βαρέα στην ηλικία των 55
ετών και 9 μηνών.
3
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΒ) Άνδρας 59 ετών, που συμπληρώνει 10.500 ημέρες ασφάλισης στο τέλος του
2010 με αναγνώριση στρατιωτικής υπηρεσίας, μπορεί να επιλέξει να μην
αναγνωρίσει τη στρατιωτική υπηρεσία και να αναγνωρίσει πλασματικό χρόνο
εκπαιδευτικής άδειας για να συμπληρώσει τα 10.500 το 2011 και να λάβει
πλήρη σύνταξη με τη συμπλήρωση 10.800 ημερών ασφάλισης.
Γ) Γυναίκα 56 ετών με 10.100 ημέρες ασφάλισης στο τέλος του 2010, καίτοι
έχει θεμελιωμένο δικαίωμα για να λάβει πλήρη σύνταξη με τη συμπλήρωση
του 57
ου
έτους της ηλικίας της, μπορεί να αναγνωρίσει πλασματικό χρόνο
εκπαιδευτικής άδειας και να λάβει σύνταξη με τη συμπλήρωση του 58
ου
έτους
της ηλικίας και τη συμπλήρωση 10.400 ημερών ασφάλισης.
Δ) Άνδρας που θέλει να λάβει δεύτερη σύνταξη δεν μπορεί να αναγνωρίσει
πλασματικούς χρόνους του άρθρου 40 του ν. 3996/2011, διότι οι διατάξεις για
τη χορήγηση δεύτερης σύνταξης στους άνδρες (6000 Η.Ε. και 65 ετών) δεν
εθίγησαν με το άρθρο 10 του ν. 3863/2010.
Ε) Γονέας τέκνου με αναπηρία δεν μπορεί να αναγνωρίσει πλασματικούς
χρόνους του άρθρου 40 του ν. 3996/2011, διότι οι διατάξεις για τη χορήγηση
σύνταξης στους γονείς τέκνων με αναπηρία δεν εθίγησαν με το άρθρο 10 του
ν. 3863/2010.
Σημειώνεται ότι, δεν είναι δυνατό να κάνουν χρήση των
συγκεκριμένων διατάξεων ασφαλισμένοι του Δημοσίου για τους οποίους
απονέμων φορέας είναι το Δημόσιο και οι οποίοι πριν τον διορισμό τους είχαν
ασφάλιση στο Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., αφού δεν θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό
δικαίωμα με τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που διαμορφώνονται και
ισχύουν από 1.1.2011 και εφεξής βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ν.
3863/2010.
Αντίθετα, τέως ασφαλισμένος στο Δημόσιο ο οποίος στη συνέχεια
ασφαλίστηκε στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα
από 1-1-2011 και εφεξής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του
ν.3863/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 του ν.3966/2011, έχει την
δυνατότητα αναγνώρισης χρόνου εκπαιδευτικής άδειας με βάση τις παρούσες
διατάξεις.
ΙV. ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Ο χρόνος που αναγνωρίζεται λαμβάνεται υπόψη τόσο για την θεμελίωση
του συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση του ποσού της
σύνταξης.
Στις περιπτώσεις που το δικαίωμα θεμελιώνεται μετά την 1-1-2011 με τις
διατάξεις που διαμορφώνονται και ισχύουν βάσει του άρθρου 10 του
ν.3863/2010 ( αύξηση ηλικιακών – χρονικών προϋποθέσεων ) απαραίτητη
προϋπόθεση για την αξιοποίηση του χρόνου τόσο για την θεμελίωση όσο και
για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης είναι οι ασφαλισμένοι να έχουν
συμπληρώσει τουλάχιστον 3.600 ημέρες πραγματικής ή προαιρετικής
ασφάλισης.
4
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠV. ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ – ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ –
ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ
Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις του άρθρου 40 του ν.3996/2011
αντικαθίσταται από 1-1-2011 η παρ.18 του άρθρου 10 του ν.3863/2010 που
αντικατέστησε το άρθρο 40 του ν.2084/92 και ρητά ορίζεται ότι εξακολουθεί
να ισχύει το δικαίωμα αναγνώρισης του χρόνου εκπαιδευτικής άδειας άνευ
αποδοχών και μέχρι δύο (2) έτη.
Αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας για την αναγνώριση του ανωτέρω χρόνου
της εκπαιδευτικής άδειας είναι αυτός, στον οποίο υπαγόταν ο
ασφαλισμένος κατά τον χρόνο που του χορηγήθηκε.
Ο χρόνος της εκπαιδευτικής άδειας αναγνωρίζεται κατόπιν υποβολής της
σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο.
Σημειώνουμε ότι το δικαίωμα για την εν λόγω αναγνώριση είναι
απρόθεσμο, δεδομένου ότι δεν τίθεται συγκεκριμένη προθεσμία στο νόμο,
εντός της οποίας θα πρέπει να ασκηθεί, η δε αίτηση αναγνώρισης μπορεί να
υποβληθεί ανεξαρτήτως του χρόνου ασφάλισης που έχει πραγματοποιήσει ο
ασφαλισμένος στο φορέα, όμως προκειμένου να συνυπολογισθεί και να
αξιοποιηθεί συνταξιοδοτικά ο χρόνος αυτός από τον ασφαλισμένο θα πρέπει
να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 3600 ημέρες ή 12 έτη πραγματικής ή και
προαιρετικής ασφάλισης.
Η σχετική αίτηση αναγνώρισης μπορεί να υποβληθεί και οποτεδήποτε
προγενέστερα ή μεταγενέστερα του έτους του οποίου τις προϋποθέσεις
επιθυμεί ο ενδιαφερόμενος να κατοχυρώσει, ακόμα και ταυτόχρονα με την
αίτηση συνταξιοδότησης αλλά σε καμιά περίπτωση μετά την ημερομηνία
αίτησης συνταξιοδότησης, (εφόσον καθίσταται συνταξιούχος από αιτήσεως).
Ευνόητο είναι, ότι ο μέγιστος δυνατός αναγνωριστέος πλασματικός χρόνος θα
είναι σε κάθε περίπτωση, αυτός που αντιστοιχεί στο έτος εκείνο, τις
προϋποθέσεις του οποίου επιθυμούν οι ασφαλισμένοι να κατοχυρώσουν.(σχετ.
το υπ’ αριθμ. Φ80000/21395/1450/6-10-2011 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας
Κοινωνικών Ασφαλίσεων.).
Α. Υποβολή της αίτησης για αναγνώριση ταυτόχρονα με την υποβολή της
αίτησης για συνταξιοδότηση.
Στην περίπτωση που η αίτηση για αναγνώριση υποβληθεί ταυτόχρονα με
την αίτηση για συνταξιοδότηση, μετά την ολοκλήρωση της ανακεφαλαίωσης,
οι υπηρεσίες απονομών θα πρέπει να ενημερώνουν τις υπηρεσίες εσόδων για
τον χρόνο στον οποίο θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, λαμβάνοντας
υπόψη και το χρόνο που ζητά να αναγνωρίσει ο ασφαλισμένος.
Β. Υποβολή της αίτησης για αναγνώριση σε προγενέστερο χρόνο από
αυτόν της αίτησης για συνταξιοδότηση.
Στην περίπτωση που η αίτηση για την αναγνώριση υποβληθεί σε
προγενέστερο χρόνο από αυτόν της υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση
και δεν έχει προηγηθεί η ανακεφαλαίωση του χρόνου ασφάλισης, ο
ασφαλισμένος με αίτηση του ενημερώνει την αρμόδια Υπηρεσία Εσόδων για
τον χρόνο που επιθυμεί να αναγνωρίσει και για τον χρόνο θεμελίωσης,
αναλαμβάνοντας και τη σχετική ευθύνη στην περίπτωση που κατά την
5
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠεπεξεργασία της αίτησης για συνταξιοδότηση διαπιστωθεί ότι το δικαίωμα του
δεν θεμελιώνεται στο έτος του οποίου τις προϋποθέσεις επικαλείται.
Η αίτηση αναγνώρισης του χρόνου εκπαιδευτικής άδειας υποβάλλεται
στο Τμήμα Εσόδων του Υποκ/τος Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. του τόπου κατοικίας του
ασφαλισμένου.
Μαζί με την αίτηση υποβάλλονται:
1.Βεβαίωση του εργοδότη που εκδόθηκε κατά τον χρόνο της άδειας, από την
οποία προκύπτει ο λόγος της χορηγηθείσας άδειας και η διάρκεια αυτής. Δεκτή
μπορεί να γίνει και βεβαίωση του εργοδότη ανεξαρτήτου χρονικής περιόδου
εκδόσεως αυτής, από την οποία να προκύπτουν τα στοιχεία αυτά.
2.Βεβαίωση αποδοχών του μήνα του αμέσως προηγουμένου της υποβολής της
αίτησης.
Μετά την υποβολή των ανωτέρω δικαιολογητικών, εκδίδεται απόφαση
αναγνώρισης του χρόνου εκπαιδευτικής άδειας στην οποία προσδιορίζεται το
ποσό των εισφορών. Αντίγραφο της απόφασης κοινοποιείται στον
ενδιαφερόμενο με απόδειξη παραλαβής.

VΙ. ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ – ΚΛΑΔΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Οι αποδοχές επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές είναι αυτές που
λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για
αναγνώριση ή οι αποδοχές του τελευταίου μήνα πλήρους απασχόλησης
(ενεργούς απασχόλησης), ή οι αποδοχές του τελευταίου μήνα
απασχόλησης, μη δυναμένων να υπολείπονται του 25 πλαισίου του Η.Α.Ε.
που ίσχυε την 31/12/2011 (δηλ. 33,57 ευρώ). Σχετικές οδηγίες έχουν δοθεί
με την εγκ.40 /12 του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Η ασφάλιση γίνεται στον κλάδο συντάξεως του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Κάθε έτος αναγνωριζόμενου χρόνου υπολογίζεται σε τριακόσιες (300) ημέρες
και κάθε μήνας σε είκοσι πέντε (25) ημέρες.
Οι εισφορές καταβάλλονται στο σύνολο τους (εργοδότη και ασφαλισμένου)
από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους.
Η καταβολή γίνεται είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της
απόφασης με έκπτωση 15%, είτε σε μηνιαίες δόσεις ισάριθμες με τους μήνες
της άδειας που αναγνωρίζονται.
Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από αυτόν
στον οποίο κοινοποιείται η απόφαση στον ενδιαφερόμενο.
Η τυχόν καθυστέρηση καταβολής της δόσης πέραν του μηνός, εντός του
οποίου πρέπει να καταβληθεί, συνεπάγεται επιβάρυνση με πρόσθετα τέλη κατά
τα ισχύοντα στην νομοθεσία του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Τέλος του μήνα θεωρείται η τελευταία ημέρα του μήνα που είναι εργάσιμη για
τις Δημόσιες Υπηρεσίες.
Επίσης είναι δυνατή η παρακράτηση του ποσού εξαγοράς από την
σύνταξη, αφού στον νέο ασφαλιστικό νόμο αναφέρεται ότι, σε περίπτωση
θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή προσαύξησης του ποσού της
σύνταξης πριν τον χρόνο εξόφλησης της εισφοράς εξαγοράς, παρακρατείται
κάθε μήνα από την σύνταξη και μέχρι την εξόφληση ποσό ίσο με το ¼ του
ποσού της σύνταξης.

6
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠ Εισφορές που θα καταβληθούν για την αναγνώριση χρόνου με βάση
τις παρούσες διατάξεις δεν επιστρέφονται, ακόμα και εάν ο
αναγνωριζόμενος χρόνος δεν επαρκεί για την θεμελίωση συνταξιοδοτικού
δικαιώματος, ισχύει δε η εξαίρεση που έχει διατυπωθεί στην υπ’αριθμ.
40/2012 εγκ. του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.
VΙΙ. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ
Η τροποποίηση που επέρχεται με τις κοινοποιούμενες διατάξεις αφορά
τις συνέπειες εκπρόθεσμης καταβολής των εισφορών.
Συγκεκριμένα σε περίπτωση που επιλεγεί η καταβολή των εισφορών για την εν
λόγω αναγνώριση να εξοφληθεί σε μηνιαίες δόσεις και υπάρξει καθυστέρηση
καταβολής μιας ή παραπάνω δόσης δεν προβλέπεται πλέον απώλεια του
δικαιώματος προς αναγνώριση του χρόνου που αντιστοιχεί στη δόση ή στις
δόσεις που δεν έχουν εξοφληθεί.
Ευνόητο είναι ότι σε περιπτώσεις καθυστέρησης καταβολής δόσης
πέραν του μηνός εντός του οποίου πρέπει να καταβληθεί, εξακολουθεί να
ισχύει η επιβάρυνση με πρόσθετα τέλη κατά τα γνωστά αναφερθέντα.
ΙΧ. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΟ
Ε.Τ.Ε.Α.Μ.
Όσον αφορά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ.
διευκρινιστικές οδηγίες παρέχονται με την εγκ.76/2011 του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Συν/να: Δεκατέσσερα (14) φύλλα.
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Η ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ
& ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΓΔΟΝΤΑΚΗ
7
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΠΙΝΑΚΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
1. Γρ. κ. Διοικητή
2. Γρ. κ. Προέδρου Ε.Τ.Ε.Α. (τέως Ε.Τ.Ε.Α.Μ.)
3. Γρ. κ. κ. Υποδιοικητών
4. Γρ. κ. κ. Γεν. Δ/ντών
5. Γρ. κ. κ. Συντονιστών
6. Γενική Δ/νση Πληροφορικής
Δ/νση Εκμετάλλευσης
7. Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Πρόνοιας
Γενική Γραμματεία Κοιν. Ασφαλίσεων
Σταδίου 29, 101 10 Αθήνα
8. Υπουργείο Εξωτερικών
Ζαλοκώστα 4, 106 71 Αθήνα
9. Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων
Ακαδημίας 6, 106 71 Αθήνα
10. Σ.Ε.Β.
Ξενοφώντος 5, 105 57 Αθήνα
11. Σύνδεσμος Ανων. Εταιρειών και ΕΠΕ
Πανεπιστημίου 16, 106 72 Αθήνα
12. Σύνδεσμος Βιομηχάνων Βόρειας Ελλάδας
Προμηθέως 32, 546 29 Θεσ/νίκη
13.
14.
Σύνδεσμος Βιομηχάνων Αττικής και Πειραιώς
Ακαδημίας 15, 106 71 Αθήνα
Σύνδεσμος Επιχειρήσεων & Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδος
Αδριανού 7, 154 51 Ν. Ψυχικό
15. Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος
Μητροπόλεως 12-14, 105 63 Αθήνα
16. Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.
Ακαδημίας 65 και Γενναδίου 8, 106 78 Αθήνα
17. Ε.Ν.Α.Ε.
Μεσογείων 15, 115 26 Αθήνα
18. Πανελλήνια Ομοσπονδία Εμπορικών Κλαδικών Οργανώσεων
Λυκαβηττού 37, 106 72 Αθήνα
19. Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών
Ακτή Μιαούλη 85 , 18537 Πειραιάς
20. Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδας
Σταδίου 24 , 105 64 Αθήνα
21. Πανελλήνια Ομοσπονδία Λογιστών
Κάνιγγος 27 , 106 82 Αθήνα
22. Ένωση Φοροτεχνικών Ελευθέρων Επαγγελματιών
Ιουλιανού 42-46, 104 34 Αθήνα
23. Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Ελλάδος
Αριστοτέλους 4, 104 33 Αθήνα
24. Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών
Ακαδημίας 7 , 106 71 Αθήνα
25. Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσ/νίκης
Τσιμισκή 29 , 546 24 Θεσ/νίκη
26. Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά
8
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΛουδοβίκου 1 Πλ. Οδησσού , 185 31 Πειραιάς
27. Ομοσπονδία Επαγγελματιών Εμπόρων
Νομού Θεσ/νίκης
Αριστοτέλους 3, 546 24 Θεσ/νίκη
28. Ομοσπονδία Εμπορικών Συλλόγων Πελοποννήσου
Κανακάρη 46 – 52, 262 21 Πάτρα
29. Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.)
Μητροπόλεως 42, 105 63 Αθήνα
30. Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών
Ελ. Βενιζέλου 44, 106 79 Αθήνα
31. Επαγγελματικό Επιμελητήριο Πειραιά
Αγ. Κων/νου 3, 185 31 Πειραιάς
32. Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών
Βιοτεχνών Ελλάδος
Καποδιστρίου 24, 106 82 Αθήνα
33. Πανελλήνια Ομοσπονδία Φοροτεχνικών
Ελευθέρων Επαγγελματιών Ελλάδας
Ιουλιανού 42-46, 104 34 Αθήνα
34. Ανάδοχος Ο.Π.Σ./Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.
Πατησίων 12, Αθήνα
35. Επιχειρησιακή Ομάδα Ασφαλιστικών Εισφορών
Πατησίων 12, Αθήνα
36. Επιτροπή Διαχείρισης Ο.Π.Σ./Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.
Πατησίων 12, Αθήνα
37. Ομάδα Υποδομών Ηλεκτρονικής Εξυπηρέτησης & Τηλεπικοινωνιών
Πατησίων 12, Αθήνα
38. Ομάδα Υποδομών Λειτουργικών Παρεμβάσεων & Διαδικασιών
Πατησίων 12, Αθήνα
9
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣ :
ΕΠΩΝΥΜΟ :
…………………………………………………………..
ΟΝΟΜΑ :
…………………………………………………………..
Το ………………….. Υποκατάστημα
Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. …………………………
Τμήμα Εσόδων
ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΡΟΣ :
………………………………………………..
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
ΟΔΟΣ :
……………………………………………………………
ΑΡΙΘΜΟΣ : …………………… Τ.Κ. :
………………………..….
ΠΟΛΗ ή ΧΩΡΙΟ :
…………………………………………………..
ΤΗΛΕΦΩΝΟ :
…………………………………………………………
ΑΜΚΑ :
…………………………………………………………………..
Α.Μ. Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. :
…………………………………………..
Α.Φ.Μ. :
…………………………………………………
Παρακαλώ να μου αναγνωρίσετε ως χρόνο
ασφάλισης στον κλάδο κύριας Σύνταξης του
ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σύμφωνα με τις διατάξεις του
άρθρου 40 του ν.3996/2011, τον χρόνο
εκπαιδευτικής άδειας άνευ αποδοχών από
…………………………….(……)ημέρες
(ολογράφως) (αριθμητικώς)
……………………………………………
και μέχρι δύο (2) έτη.
Επιπρόσθετα σας γνωρίζω ότι, επιθυμώ να
καταβάλω τις αναλογούσες ασφαλιστικές
εισφορές για την εν λόγω αναγνώριση εφάπαξ
/ σε δόσεις/ με παρακράτηση από τη
σύνταξή μου.
Αθήνα, .…./……/….

……..Αιτ……………
Συνημμένα :………
10
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ (ΚΕΦΑΛΑΙΑ)
Αν ορίσετε εκπρόσωπο για να καταθέσει την αίτησή σας, συμπληρώστε τα παρακάτω :
ΕΠΩΝΥΜΟ : …………………………………………………………..
………
ΟΝΟΜΑ : …………………………………………………………..
………
ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΡΟΣ : …………………………………………………………..
………
ΟΝΟΜΑ ΜΗΤΡΟΣ : …………………………………………………………..
………
ΑΡ. ΔΕΛΤ. ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ/
ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ
:
…………………………………………………………..
………
Δ/ΝΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ :
ΟΔΟΣ – ΑΡΙΘΜ. – Τ.Κ. – ΠΟΛΗ ή ΧΩΡΙΟ
:
……………………………………………
……
……………………………………………
……
ΤΗΛΕΦΩΝΟ : …………………………………………………………..
………
ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΟ :
Εξουσιοδότηση ή πληρεξούσιο ή
επικυρωμένο αντίγραφο αστυνομικής
ταυτότητας
11
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ :
1. Αίτηση ασφαλισμένου.
2. Βεβαίωση εργοδότη, που να αναφέρεται ο ζητούμενος χρόνος της εκπαιδευτικής
αδείας άνευ αποδοχών.
3. Υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/86 στην οποία θα δηλώνεται ότι:
• ο ζητούμενος προς αναγνώριση χρόνος δεν έχει αναγνωρισθεί σε άλλο φορέα
ασφάλισης, ούτε θα υποβληθεί στο μέλλον παρόμοιο αίτημα.
• Ουδέποτε υπήρξε ασφαλισμένος άλλου ασφαλιστικού φορέα (για τους
ασφαλισμένους μόνο στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ).
Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η
• Οι χρόνοι ασφάλισης που έχουν αναγνωρισθεί βάσει άλλων
διατάξεων αφαιρούνται από τον συνολικό χρόνο που μπορεί να
αναγνωρίσει ο /η ασφαλισμένος/η κατ’ ανώτατο όριο, ανάλογα με το
έτος θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις
διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.3863/2010.
• Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ανακεφαλαίωση χρόνου
ασφάλισης, η αναγνώριση του χρόνου γίνεται με ευθύνη της/του
ενδιαφερόμενης/ου ως προς το χρόνο θεμελίωσης .
• Σε περίπτωση που δεν θεμελιωθεί δικαίωμα συνταξιοδότησης , οι
εισφορές που έχουν καταβληθεί για την αναγνώριση των
πλασματικών χρόνων δεν επιστρέφονται.

12
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
13
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠ ………………., …/…/201..
…………ΥΠΟΚ/ΜΑ…………………..
ΤΜΗΜΑ ΕΣΟΔΩΝ Αριθ.Πρωτ
Ταχ.Δ/νση:……………………………….
Πληροφορίες:……………………………
Τηλ.:…………………………………….
FAX:……………………………………
ΘΕΜΑ: Αναγνώριση χρόνου εκπαιδευτικής άδειας στ………………
Α.Μ.Α…………………………………………………………………
ως χρόνου ασφάλισης στον κλάδο Συντάξεως του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο Διευθυντής του ……………Υποκ/τος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ………
Έχοντας υπ’όψη
Τις διατάξεις των άρθρων 14 του Α.Ν. 1846/51 «Περί Κοινωνικών
Ασφαλίσεων και του άρθρου 119 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α.-
Ε.Τ.Α.Μ.
Τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.3996/2011 που αντικατέστησε τις διατάξεις
του άρθρου 10 παρ.18 του ν.3863/2010, όπως αυτό αντικατέστησε τις
διατάξεις των άρθρων 40 του ν.2084/92 και παρ.2 και 3 του ν.2335/95.
Τις εγκυκλίους 78/93, 4/94, 90/95, 12/01, 40/12, της Δ/νσης Ασφάλισης –
Εσόδων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Την με αριθμ……..……αίτηση του ασφαλισμένου ……………………
Α.Μ.Α..………………Α.Μ.Κ.Α…………………………………………..
Την με αριθμ. πρωτ. ………….βεβαίωση του εργοδότη ………….………
……………………………………………………………………………..
Την από ……………………………….εισήγηση του Τμήματος Εσόδων.

Σκεπτόμενοι σύμφωνα με τον νόμο
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.3996/2011 που
αντικατέστησε τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.18 του ν.3863/2010,
δόθηκε εκ νέου η δυνατότητα αναγνώρισης του χρόνου εκπαιδευτικής άδειας
άνευ αποδοχών, όπως ίσχυε με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.2084/92, η
οποία χορηγείται ύστερα από κοινή συμφωνία εργοδότη και εργαζόμενου,
σύμφωνα με την οποία ο μισθωτός δεν παρέχει την εργασία του και ο
εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλλει αποδοχές.
14
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΕπειδή μόνος υπόχρεος για την καταβολή των εισφορών εργοδότη και
ασφαλισμένου είναι ο ίδιος ο ασφαλισμένος
Επειδή, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, δίδεται δυνατότητα
αναγνώρισης μέχρι δύο ετών από τον χρόνο αυτό.
Επειδή η αίτηση αναγνώρισης του χρόνου εκπαιδευτικής άδειας πρέπει να
υποβάλλεται στον ασφαλιστικό οργανισμό, που υπαγόταν ο ασφαλισμένος
κατά τον χρόνο χορήγησης της εκπαιδευτικής άδειας και συνοδεύεται από
βεβαίωση του εργοδότη, που εκδόθηκε ανεξαρτήτως χρόνου εκδόσεως και από
την οποία προκύπτει ο λόγος και η διάρκεια της άδειας.
Επειδή οι εισφορές υπολογίζονται με το ασφάλιστρο του κλάδου Συντάξεως
του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. στις αποδοχές του μήνα που ελάμβανε ο ασφαλισμένος
κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για αναγνώριση, ή στις αποδοχές του
τελευταίου μήνα πλήρους απασχόλησης
Επειδή ο/η ανωτέρω ασφαλισμέν… με την αίτηση τ…, ζητεί την αναγνώριση
του χρόνου εκπαιδευτικής άδειας από ………………μέχρι…………….
Επειδή ο/η ανωτέρω ασφαλισμέν… πληροί τις προϋποθέσεις για την
αιτούμενη αναγνώριση.
Επειδή κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, οι αποδοχές τ…, ανέρχονται σε
euro …………….., το δε ασφάλιστρο του κλάδου Συντάξεως Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
ανέρχεται σε ……..% και ……….% αντίστοιχα.
Επειδή στο χρονικό διάστημα από …………….έως
……………….αντιστοιχούν ……………ημέρες ασφάλισης
Επειδή σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία, πρέπει να καταβληθούν εισφορές
(euro ……………X ……….% X…………: 25 = )
( μην. αποδοχές ) (ημέρες )
euro……………τις οποίες ο/η αιτ…… ζήτησε να καταβάλλει εφ’απαξ /σε
δόσεις.
Επειδή, στην περίπτωση που οι ανωτέρω εισφορές καταβληθούν εφ’απαξ εντός
τριμήνου από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας, παρέχεται
έκπτωση 15% και συνεπώς το σύνολο των οφειλομένων εισφορών
περιορίζεται από euro ……………………σε ( euro……………..X 85% = )
euro………………..
Επειδή στην περίπτωση που οι ανωτέρω εισφορές καταβληθούν σε δόσεις, σε
περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής δόσης, το ποσό αυτής επιβαρύνεται με τα
προβλεπόμενα για τις καθυστερούμενες εισφορές πρόσθετα τέλη.(3% για τον
πρώτο μήνα καθυστέρησης και 1% για κάθε επόμενο μήνα και μέχρι 100%)
Επειδή η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από
αυτόν της κοινοποίησης.
15
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΕπειδή η παρακράτηση από την σύνταξη αντιστοιχεί σε ποσό ίσο με το ¼ της
μηνιαίας σύνταξης.
Επειδή στην περίπτωση που οι ανωτέρω εισφορές παρακρατηθούν από την
σύνταξη σε ……….δόσεις, θα πρέπει να παρακρατηθούν εισφορές,
Euro (……………………..X……………..=) euro………
ποσό δόσεως μήνες
Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ο Υ Μ Ε
Την αναγνώριση στ… ασφαλισμεν…………………………………….
Α.Μ.Α…………..………………Α.Μ.Κ.Α………………………………
……………………………………………(…………………….) ημερών
( ολογράφως ) (αριθμητικώς)
εκπαιδευτικής άδειας, ως χρόνου στην ασφάλιση του Κλάδου Συντάξεως του
Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ με καταβολή των εισφορών που ανέρχονται στο ποσό των
euro………………………………………(……………….)
( ολογράφως ) ( αριθμητικώς )
εφ’απαξ/σε ……….μηνιαίες δόσεις/ με παρακράτηση από την σύνταξη ποσού
ίσου με το ¼ της μηνιαίας σύνταξης
Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
1. κ………………………………
…………………………………..
…………………………………..
Με απόδειξη παραλαβής και την
πληροφορία ότι :
Α) Κατά της απόφασης αυτής μπορεί
να υποβληθεί ένταση εντός 30
ημερών από την παραλαβή της.
Β) Σε περίπτωση καθυστέρησης
καταβολής κάποιας δόσης, αυτή
επιβαρύνεται με τα προβλεπόμενα
πρόσθετα τέλη (3% για τον πρώτο
μήνα καθυστέρησης και 1% για κάθε
επόμενο μήνα και μέχρι 100% συνολικά)
Σε περίπτωση καθυστέρησης πέραν
του εξαμήνου, χάνεται το δικαίωμα
για αναγνώριση του χρόνου,
που αντιστοιχεί στις μη εξοφληθείσες
δόσεις.
2. Τμήμα Εσόδων του Υποκ/τος μας.
3. Τμήμα Συντάξεων (επί συνταξιούχων και επί
θεμελιούντων συνταξιοδοτικό δικαίωμα)
16
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 170
5 Αυγούστου 2011
NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3996
Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας,
ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλ−
λες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΜΕΡΟΣ Α΄
ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ Σ.ΕΠ.Ε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΥΣΤΑΣΗ − ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ
Άρθρο 1
Σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.)
Συνιστάται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής
Ασφάλισης Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), το
οποίο υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εργασίας και
Κοινωνικής Ασφάλισης. Συνιστάται επίσης μία θέση με−
τακλητού Ειδικού Γραμματέα, ο οποίος προΐσταται του
Σώματος αυτού (άρθρο 53 του π.δ. 63/2005, Α΄98).
Άρθρο 2
Έργο και αρμοδιότητες −
Ελεγκτική και υποστηρικτική δράση
1. Έργο του Σ.ΕΠ.Ε. είναι η επίβλεψη και ο έλεγχος της
εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας,
η έρευνα της ασφαλιστικής κάλυψης και παράνομης
απασχόλησης των εργαζομένων, η συμφιλίωση και επί−
λυση των εργατικών διαφορών, καθώς και η παροχή
πληροφοριών σε εργαζόμενους και εργοδότες σχετικά
με τα πλέον αποτελεσματικά μέσα για την τήρηση των
κείμενων διατάξεων.
2. Για την εκτέλεση του έργου του, το Σ.ΕΠ.Ε. έχει τις
εξής αρμοδιότητες:
α. Επιθεωρεί και ελέγχει τους χώρους εργασίας με
κάθε πρόσφορο μέσο, προβαίνει σε κάθε είδους ανα−
γκαία εξέταση και έλεγχο σε όλες τις επιχειρήσεις
και εκμεταλλεύσεις πρωτογενούς, δευτερογενούς και
τριτογενούς τομέα και γενικότερα σε κάθε ιδιωτικό ή
δημόσιο χώρο εργασίας ή εκμετάλλευσης ή χώρο όπου
πιθανολογείται ότι απασχολούνται εργαζόμενοι, εκτός
από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά από ει−
δικές διατάξεις, όπως της παραγράφου 5 του άρθρου 2
και της παραγράφου 4 του άρθρου 69 του ν. 3850/2010
(Α΄84), και επιβλέπει την τήρηση και εφαρμογή:
αα) των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας της
σχετικής ιδίως με τους όρους και τις συνθήκες εργασί−
ας, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή ή άλλες παρο−
χές, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους
ειδικούς όρους και συνθήκες εργασίας των ευπαθών
ομάδων εργαζομένων (όπως ανήλικοι, νέοι, γυναίκες σε
κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας, άτομα με αναπηρία),
καθώς και ειδικών κατηγοριών εργαζομένων,
ββ) των όρων κάθε είδους συλλογικών συμβάσεων
εργασίας,
γγ) των διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας της
σχετικής με την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων,
την αδήλωτη εργασία και την παράνομη απασχόληση,
δδ) των διατάξεων σχετικά με τη νομιμότητα της απα−
σχόλησης των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών
και
εε) της νομοθεσίας για την προώθηση της αρχής της
ίσης μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης και
της εργασίας.
β. Ερευνά, ανακαλύπτει, εντοπίζει και διώκει, σύμφωνα
με τις κείμενες διατάξεις, παράλληλα και ανεξάρτητα
από άλλες Αρχές και Οργανισμούς, τους παραβάτες των
υποπεριπτώσεων αα έως εε της περίπτωσης α΄.
γ. Καταγράφει, αξιολογεί και αναφέρει προς τον
Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης τις ελ−
λείψεις ή τις παραλείψεις που δεν καλύπτονται από την
ισχύουσα εργατική νομοθεσία, καθώς και τα προβλήμα−
τα που δημιουργούνται κατά την εφαρμογή της νομο−
θεσίας και ενημερώνει σχετικά τις καθ’ ύλην αρμόδιες
υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής
Ασφάλισης.
δ. Ερευνά οποιαδήποτε ώρα κατά τη διάρκεια της
ημέρας ή της νύχτας τους χώρους εργασίας, όταν κρίνει
αναγκαίο, χωρίς προειδοποίηση προς τον εργοδότη,
και έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιοδήποτε από τα
βιβλία, μητρώα, έγγραφα, αρχεία και κάθε άλλου είδους
στοιχείο που τηρούνται από την επιχείρηση, λαμβάνει
αντίγραφα, καθώς και έχει πρόσβαση στη δομή της
παραγωγικής διαδικασίας. Προβαίνει σε δειγματοληψίες
και αναλύσεις δειγμάτων από τους χώρους εργασίας,
3529 ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3555
τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 1483/1984
(Α΄ 153), όπως ισχύουν.
Αν συντρέχει ασφάλιση σε περισσότερους του ενός
φορείς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης ή το Δημόσιο,
το δικαίωμα αναγνώρισης του ανωτέρω χρόνου ασκεί−
ται σε έναν μόνο φορέα κύριας και σε έναν φορέα
επικουρικής ασφάλισης, κατ’ επιλογή.
Ο εν λόγω αναγνωριζόμενος χρόνος δεν συνυπολο−
γίζεται για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου
ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση των μητέρων ανήλι−
κων ή ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία παιδιών
και χήρων πατέρων ανήλικων ή ανάπηρων παιδιών, των
κατά περίπτωση απαιτούμενων ημερών ασφάλισης στα
βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, του προβλεπόμενου
από καταστατικές διατάξεις χρόνου για συνταξιοδότη−
ση σε περίπτωση απόλυσης, καθώς και για τη θεμελί−
ωση δικαιώματος συνταξιοδότησης ή προσαύξηση της
σύνταξης με τις ειδικές διατάξεις του ν. 3717/2008 (Α΄
239), του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 (Α΄178) και του
άρθρου 34 του ν. 3762/2009 (Α΄ 75 ).
Η αναγνώριση του ανωτέρω πλασματικού χρόνου γί−
νεται κατόπιν αίτησης των ενδιαφερομένων και την κα−
ταβολή, για κάθε μήνα, ποσού εξαγοράς υπολογιζόμενου
με ποσοστό 20% για τους φορείς κύριας ασφάλισης
και 6% για τους φορείς επικουρικής ασφάλισης, επί
του 25πλάσιου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργά−
τη, που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης.
Οι ασφαλιστικές εισφορές για την αναγνώριση αυτή
καταβάλλονται είτε εφάπαξ, εντός τριμήνου από την
κοινοποίηση της απόφασης, οπότε παρέχεται έκπτωση
15%, είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων είναι
ίσος με τους αναγνωριζόμενους μήνες. Η πρώτη δόση
καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από
την κοινοποίηση της απόφασης. Καθυστέρηση καταβο−
λής δόσης συνεπάγεται επιβάρυνσή της με τα εκάστοτε
προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη. Σε περίπτωση θεμελίω−
σης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή προσαύξησης του
ποσού της σύνταξης, πριν το χρόνο εξόφλησης της
εισφοράς εξαγοράς, παρακρατείται κάθε μήνα από τη
σύνταξη και μέχρι την εξόφληση, ποσό ίσο με το 1/4
του ποσού της σύνταξης. Η σύνταξη καταβάλλεται από
την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις
του ασφαλιστικού φορέα, αν το οφειλόμενο ποσό από
οποιαδήποτε αιτία δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται
στο άρθρο 61 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει.»
2. Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης
με προϋποθέσεις που ίσχυαν μέχρι και 31.12.2010, εξα−
κολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 του
άρθρου 141, του ν. 3655/2008, όπως ίσχυαν μέχρι την
αντικατάστασή τους από το άρθρο αυτό.
Άρθρο 40
Αναγνώριση χρόνων ασφάλισης
Το άρθρο 40 του ν. 2084/1992, όπως αντικαταστάθηκε
με την παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, αντικα−
θίσταται ως εξής:
«1. Ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς κοινωνικής
ασφάλισης λογίζεται, πλην του χρόνου πραγματικής ή
προαιρετικής ασφάλισης: α) ο χρόνος στρατιωτικής υπη−
ρεσίας, β) ο χρόνος γονικής άδειας ανατροφής παιδιών,
γ) ο χρόνος επιδότησης λόγω ασθένειας και μέχρι 300
ημέρες, καθώς και ο χρόνος επιδότησης λόγω τακτικής
ανεργίας και μέχρι 300 ημέρες, δ) ο χρόνος εκπαιδευτι−
κής άδειας άνευ αποδοχών και μέχρι δύο έτη, ε) ο χρόνος
σπουδών για την απόκτηση ενός μόνο πτυχίου ανώτερης
ή ανώτατης σχολής της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή
διπλώματος επαγγελματικής κατάρτισης μεταδευτε−
ροβάθμιου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης ή
διπλώματος Σχολής Ξεναγών, καθώς και ο χρόνος σπου−
δών για την απόκτηση πτυχίου, μετά τη συμπλήρωση
του 17ου έτους της ηλικίας, σε μέσες τεχνικές και επαγ−
γελματικές σχολές ή σε μονάδες της δευτεροβάθμιας
τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης από την έναρξη
ισχύος του ν. 576/1977 (Α΄ 102) και μετά ή στο Ενιαίο
Πολυκλαδικό Λύκειο, ο οποίος είναι ίσος με τον κατά το
χρόνο αποφοίτησης επίσημο χρόνο σπουδών της οικείας
σχολής, στ) ο χρόνος για τον οποίο δεν έχει χωρήσει
ασφάλιση σε φορείς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης,
μετά την υπαγωγή, για πρώτη φορά, στην ασφάλιση
οποιουδήποτε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης ή
το Δημόσιο και ο οποίος δεν μπορεί να είναι λιγότερος
από έναν πλήρη ημερολογιακό μήνα σε κάθε περίπτωση
κενού ασφάλισης μεταξύ περιόδων ασφάλισης, ζ) ο προ−
βλεπόμενος από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. χρόνος απουσίας από την
εργασία λόγω κύησης και λοχείας, η) ο χρόνος απεργίας,
θ) ο πλασματικός χρόνος της παρ. 1 του άρθρου 141 του
ν. 3655/2008 (Α΄ 58), που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις
διατάξεις αυτές, όπως ισχύουν, ι) ο χρόνος μαθητείας,
όπως ορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις και μέχρι δύο
έτη, ια) ο χρόνος προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης
που εκτίθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2510/1997
(Α΄ 136) για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή
της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα,
στο οποίο υπέπεσαν στρατεύσιμοι που αρνήθηκαν την
εκπλήρωση της στρατιωτικής υπηρεσίας επικαλούμενοι
τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις, ιβ) ο
χρόνος που μεσολαβεί από την απόκτηση του πτυχίου
μέχρι και την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγ−
γέλματος στους ασφαλισμένους στον Τομέα Σύνταξης
Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, την Ειδική
Προσαύξηση και τον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μη−
χανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου
Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ).
2. Η αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου στρατι−
ωτικής υπηρεσίας γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις
του ν. 1358/1983 (Α΄ 60), όπως ισχύουν κάθε φορά. Στις
περιπτώσεις που θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα
με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από
1.1.2011 μέχρι 31.12.2014, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις,
το ποσό για την εξαγορά του χρόνου της στρατιωτικής
θητείας στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης μειώνεται
κατά 30%. Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαί−
ωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν
από 1.1.2015 και εφεξής, το ανωτέρω ποσό μειώνεται
κατά 50%. Σε κάθε περίπτωση το καταβλητέο ποσό
δεν μπορεί να είναι κατώτερο αυτού που προκύπτει με
βάση υπολογισμού ανά μήνα αναγνώρισης, το 25πλάσιο
του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη.
Ο χρόνος γονικής άδειας ανατροφής παιδιών ανα−
γνωρίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6
του ν. 1483/1984 (Α΄ 153), τόσο για θεμελίωση συντα−
ξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για προσαύξηση του
ποσού της σύνταξης και εξαγοράζεται βάσει του ποσο−
στού εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, που ισχύει
σε κάθε φορέα επί του 25πλάσιου του ημερομισθίου
ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά την ημερομηνία
υποβολής της αίτησης αναγνώρισης.
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠ3556 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Οι χρόνοι των περιπτώσεων γ΄ και ζ΄ της παραγράφου
1 συνυπολογίζονται μόνο για τη θεμελίωση του συντα−
ξιοδοτικού δικαιώματος και όχι για τον προσδιορισμό
του δικαιούμενου ποσού σύνταξης.
Ο χρόνος εκπαιδευτικής άδειας και ο χρόνος απεργίας
αναγνωρίζονται με αίτηση του ενδιαφερομένου, τόσο
για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και
για προσαύξηση του ποσού της σύνταξης και εξαγο−
ράζονται βάσει του ποσοστού εισφοράς εργοδότη και
ασφαλισμένου του οικείου φορέα και των αποδοχών
του ασφαλισμένου κατά το χρόνο υποβολής της αί−
τησης ή των αποδοχών του τελευταίου μήνα πλήρους
απασχόλησης, μη δυναμένων τούτων να υπολείπονται
του 25πλάσιου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη,
που ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης
αναγνώρισης, το ποσό δε της εξαγοράς βαρύνει τον
ασφαλισμένο. Η αίτηση υποβάλλεται στον ασφαλιστικό
οργανισμό που υπαγόταν ο ασφαλισμένος κατά το χρό−
νο χορήγησης της εκπαιδευτικής άδειας ή της απεργίας
και συνοδεύεται από βεβαίωση του εργοδότη, από την
οποία να προκύπτει ο λόγος χορήγησης και η διάρκεια
της άδειας ή της απεργίας.
Ο χρόνος φοίτησης σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές,
ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση διπλώματος επαγ−
γελματικής κατάρτισης μεταδευτεροβάθμιου Ινστιτού−
του Επαγγελματικής Κατάρτισης ή διπλώματος Σχολής
Ξεναγών, καθώς και ο χρόνος σπουδών για την από−
κτηση πτυχίου, μετά την συμπλήρωση του 17ου έτους
της ηλικίας, σε μέσες τεχνικές και επαγγελματικές σχο−
λές ή σε μονάδες της δευτεροβάθμιας τεχνικής επαγ−
γελματικής εκπαίδευσης από την έναρξη ισχύος του
ν. 576/1977 και μετά ή στο Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο,
ο χρόνος μαθητείας, καθώς και ο χρόνος για τον οποίο
δεν έχει χωρήσει ασφάλιση σε φορείς κύριας ή επικου−
ρικής ασφάλισης, μετά την υπαγωγή, για πρώτη φορά,
στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα ή του Δημοσίου,
αναγνωρίζονται, μετά από αίτηση του ασφαλισμένου,
για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και την
προσαύξηση του ποσού της σύνταξης με την καταβο−
λή, για κάθε μήνα, ποσού εξαγοράς υπολογιζόμενου
με ποσοστό 20% για τους φορείς κύριας ασφάλισης
και 6% για τους φορείς επικουρικής ασφάλισης, επί
του 25πλάσιου του ΗΑΕ, όπως ισχύει κατά το χρόνο
υποβολής της αίτησης.
Ο χρόνος της προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που
εκτίθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2510/1997 για το
στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας
του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα αναγνωρίζεται και
εξαγοράζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του
άρθρου 1 και των παραγράφων 1 − 4 του άρθρου 2 του
ν. 1358/1983, όπως ισχύει, χωρίς τις μειώσεις που προβλέ−
πονται από την παρούσα παράγραφο για την αναγνώριση
στρατιωτικής υπηρεσίας για όσους θεμελιώνουν συντα−
ξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2011 και εφεξής.
3. Οι χρόνοι της παραγράφου 1 αναγνωρίζονται και
στην Ειδική Προσαύξηση του Τομέα Σύνταξης Μηχα−
νικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου
Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) με την
καταβολή ποσού εξαγοράς υπολογιζόμενου με το εκά−
στοτε ισχύον ασφάλιστρο άνω πενταετίας για την Ειδι−
κή Προσαύξηση επί του 25πλάσιου του ΗΑΕ, όπως ισχύει
κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης.
Οι ασφαλισμένοι του Τομέα Σύνταξης και Ασφάλισης
Υγειονομικών του ΕΤΑΑ που έχουν υπαχθεί και στην
κατηγορία Μονοσυνταξιούχων, εφόσον αναγνωρίσουν
χρόνους ασφάλισης της παραγράφου αυτής, υποχρε−
ούνται να αναγνωρίσουν το αντίστοιχο διάστημα και
στην κατηγορία Μονοσυνταξιούχων, με καταβολή της
ισχύουσας κάθε φορά εισφοράς.
Για την αναγνώριση του χρόνου που μεσολαβεί από
την απόκτηση του πτυχίου μέχρι και την απόκτηση της
άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στον Τομέα Σύνταξης
Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, την Ει−
δική Προσαύξηση και τον Τομέα Επικουρικής Ασφάλι−
σης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του
Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ)
καταβάλλεται μηνιαία εισφορά σε ποσοστό 20% για
τον Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δη−
μοσίων Έργων στο εκάστοτε ισχύον ασφάλιστρο άνω
5ετίας για την Ειδική Προσαύξηση και σε ποσοστό 6%
για τον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μηχανικών και
Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου Ταμείου
Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), επί του 25πλά−
σιου του ΗΑΕ, όπως ισχύει κατά το χρόνο υποβολής
της αίτησης.
4. Οι ασφαλιστικές εισφορές για τις αναγνωρίσεις
των προηγούμενων παραγράφων καταβάλλονται είτε
εφάπαξ, εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της σχετι−
κής απόφασης αναγνώρισης, οπότε παρέχεται έκπτωση
15%, είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων
ισούται με τους αναγνωριζόμενους μήνες. Η πρώτη δόση
καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα της
κοινοποίησης της απόφασης. Καθυστέρηση καταβολής
δόσης συνεπάγεται επιβάρυνσή της με τα εκάστοτε
προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη.
Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώ−
ματος ή προσαύξησης του ποσού της σύνταξης πριν
από το χρόνο εξόφλησης της εισφοράς εξαγοράς, πα−
ρακρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την
εξόφληση ποσό ίσο με το 1/4 του ποσού της σύντα−
ξης. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που
ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις του ασφαλιστικού
φορέα, αν το οφειλόμενο ποσό από οποιαδήποτε αιτία
δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 61 του
ν. 3863/2010, όπως ισχύει.
Ο χρόνος κατά τον οποίο ο ασφαλισμένος έλαβε σύ−
νταξη αναπηρίας συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση
των ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη
συνταξιοδότηση λόγω γήρατος.
5. Όσοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο χρόνο ασφά−
λισης για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος με προϋπο−
θέσεις που ισχύουν μέχρι και 31.12.2010, ακόμα και με
προσμέτρηση χρόνων που προβλέπονται στο άρθρο 40
του ν. 2084/1992, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή
του με την παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, κα−
θώς και με την προσμέτρηση του πλασματικού χρόνου
της παρ. 1 του άρθρου 141 του ν. 3655/2008, και εφόσον
η σχετική αίτηση αναγνώρισης υποβληθεί μέχρι και
31.12.2013, ακολουθούν τις κατά περίπτωση απαιτούμε−
νες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, που ίσχυαν μέχρι
και 31.12.2010.
Ειδικά για τις ασφαλισμένες των παραγράφων 11 και
13 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, οι οποίες συνταξι−
οδοτούνται με 4.500 ημέρες ασφάλισης, ανεξαρτήτως
του εάν ο εν λόγω απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης
συμπληρώνεται μέχρι ή μετά την 31.12.2010 ακολουθού−
νται σε κάθε περίπτωση λήψης μειωμένης ή πλήρους
σύνταξης λόγω γήρατος τα όρια ηλικίας που προβλέ−
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3557
πονται στις ανωτέρω παραγράφους 11 και 13 του άρ−
θρου 10 του ίδιου νόμου. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί
η περίπτωση των ασφαλισμένων των ανωτέρω παρα−
γράφων, οι οποίες μέχρι και 31.12.2010 έχουν θεμελιώσει
δικαίωμα λήψης μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος,
για τις οποίες, προκειμένου για τη λήψη είτε μειωμένης
είτε πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, απαιτούνται τα
ισχύοντα μέχρι και 31.12.2010 όρια ηλικίας.
Επίσης, ειδικά για τους ασφαλισμένους στα πρώην
ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών, στους τομείς
σύνταξης και ασφάλισης του κλάδου κύριας ασφάλι−
σης του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ και εκείνους της παρ. 15Β του
άρθρου 10 του ν. 3863/2010 και με την επιφύλαξη των
διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, οι ισχύου−
σες μέχρι 31.12.2010 προϋποθέσεις πλήρους σύνταξης
εφαρμόζονται εφόσον πληρούνται η συμπλήρωση του
απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και του ορίου ηλικίας,
όπου αυτές απαιτούνται αθροιστικά. Για τους ανωτέ−
ρω ασφαλισμένους που μέχρι και 31.12.2010 έχουν ήδη
θεμελιώσει δικαίωμα λήψης μειωμένης σύνταξης λόγω
γήρατος, προκειμένου για τη λήψη είτε μειωμένης είτε
πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, απαιτούνται τα ισχύ−
οντα μέχρι και 31.12.2010 όρια ηλικίας.
6. Οι αναγνωριζόμενοι χρόνοι, καθώς και ο χρόνος
κατά τον οποίο ο σφαλισμένος έλαβε σύνταξη λόγω
αναπηρίας συνυπολογίζονται για τη θεμελίωση συντα−
ξιοδοτικού δικαιώματος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει
πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.600 ημέρες ή δώδεκα
(12) έτη πραγματικής ή/και προαιρετικής ασφάλισης.
Ο συνολικός χρόνος, ο οποίος, με βάση τα ανωτέρω,
συνυπολογίζεται ή αναγνωρίζεται τόσο για θεμελίωση
συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για προσαύξη−
ση του ποσού της σύνταξης, δεν μπορεί να υπερβεί
τα επτά (7) έτη, συνυπολογιζόμενου σε αυτά και κάθε
άλλου χρόνου, πραγματικού ή πλασματικού, που έχει
τυχόν αναγνωρισθεί ή αναγνωρίζεται με βάση άλλες
διατάξεις ή αποφάσεις διοικητικών συμβουλίων ασφα−
λιστικών οργανισμών.
Ειδικότερα, ο χρόνος αυτός καθορίζεται κατ’ ανώτατο
όριο:
α) σε τέσσερα (4) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξι−
οδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν για το έτος 2011,
β) σε πέντε (5) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιο−
δοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν για το έτος 2012,
γ) σε έξι (6) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδο−
τικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν για το έτος 2013 και
δ) σε επτά (7) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιο−
δοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν από το έτος 2014 και εξής.
Το δικαίωμα αναγνώρισης για καθέναν από τους πα−
ραπάνω χρόνους ασκείται μόνο σε έναν φορέα κύριας
ασφάλισης ή το Δημόσιο και σε έναν φορέα επικουρικής
ασφάλισης.
7. Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει από 1.1.2011 και
εφαρμόζεται για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συντα−
ξιοδότησης με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και
ισχύουν από αυτή την ημερομηνία και εφεξής με βάση
τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3863/2010. Για όσους
θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με προϋποθέ−
σεις που ίσχυαν μέχρι και 31.12.2010, καθώς και για όσους
θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης από 1.1.2011 και
εφεξής με βάση προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που δεν
τροποποιούνται με το άρθρου 10 του ν. 3863/2010, εξακο−
λουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 40 του
ν. 2084/1992, όπως αυτό ίσχυε έως την αντικατάστασή του
από την παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/ 2010.»
Άρθρο 41
Αναγνώριση χρόνων ειδικών κατηγοριών
1. Ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ δύνανται, μετά από σχετική
αίτησή τους, να αναγνωρίσουν ως χρόνο ασφάλισης το
χρονικό διάστημα αποδεδειγμένης άσκησης επαγγελ−
ματικής δραστηριότητας, υπακτέας στα πρώην Ταμεία
ΤΕΒΕ, ΤΑΕ, ΤΣΑ, πριν την εγγραφή στα μητρώα αυτών,
για το οποίο δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούσες
ασφαλιστικές εισφορές. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να
υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη και λαμβάνεται υπόψη τόσο
για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος
λόγω γήρατος όσο και για την προσαύξηση του ποσού
της σύνταξης λόγω γήρατος.
Δεν δικαιούνται να αναγνωρίσουν το χρόνο αυτόν όσοι
ασφαλίστηκαν για το ίδιο διάστημα σε άλλον ασφαλι−
στικό οργανισμό κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, καθώς
και όσοι με δική τους αίτηση έλαβαν εξαίρεση νόμιμα
για οποιαδήποτε αιτία από την ασφάλιση του οικείου
φορέα (πρώην ΤΕΒΕ, ΤΑΕ, ΤΣΑ) για το διάστημα του
οποίου ζητείται η αναγνώριση.
Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με
την καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς ίσης με την ει−
σφορά του κλάδου σύνταξης της 5ης ασφαλιστικής κα−
τηγορίας του ΟΑΕΕ, όπως ισχύει κάθε φορά, ή, κατόπιν
αίτησης του ενδιαφερομένου, σε ανώτερη ασφαλιστική
κατηγορία.
Το ποσό της εξαγοράς καταβάλλεται είτε εφάπαξ
είτε σε ισόποσες διμηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν
να υπερβαίνουν το ήμισυ του αριθμού των αναγνωρι−
ζόμενων μηνών. Για την εξόφληση του ποσού εξαγοράς
εφαρμόζεται η νομοθεσία του ΟΑΕΕ για την είσπραξη
οφειλόμενων εισφορών και σε κάθε περίπτωση το ποσό
της εξαγοράς θα πρέπει να έχει εξοφληθεί κατά την
ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.
Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης προσαυξάνεται, για
κάθε έτος χρόνου προ εγγραφής που αναγνωρίζεται,
κατά ποσοστό 2% επί του ποσού της ασφαλιστικής κα−
τηγορίας, επί της οποίας καταβλήθηκαν οι αναλογούσες
ασφαλιστικές εισφορές, ανεξαρτήτως συνταξιοδοτικού
καθεστώτος που επιλέγεται.
Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2011
και εφαρμόζεται για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συ−
νταξιοδότησης με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν από αυτήν την ημερομηνία και εφεξής, με
τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3863/2010.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής
Ασφάλισης, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμ−
βουλίου του Οργανισμού, καθορίζονται τα απαιτούμενα
δικαιολογητικά για την απόδειξη του χρόνου άσκησης
του επαγγέλματος πριν από την εγγραφή στα μητρώα
ασφαλισμένων των παραπάνω φορέων, για τον οποίο
ζητείται η αναγνώριση, καθώς και κάθε άλλο σχετικό
με τα παραπάνω θέμα.
2. Ασφαλισμένοι του Τομέα Ασφάλισης Ιδιοκτητών,
Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου του Κλάδου Κύριας
Ασφάλισης του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ που έχουν υπαχθεί στην
ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα μέχρι 31.12.1992, μπο−
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 115
15 Ιουλίου 2010
NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3863
Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις,
ρυ θμί σεις στις εργασιακές σχέσεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 1
Εγγυήσεις − Εννοιολογικοί προσδιορισμοί
1. Το Δημόσιο εγγυάται τη βιωσιμότητα του Ασφαλι−
στικού Συστήματος της χώρας με σκοπό τη διασφάλι−
ση αξιοπρεπούς σύνταξης για κάθε δικαιούχο.
2. Βασική σύνταξη: Το ποσό της σύνταξης που δεν
αναλογεί σε ασφαλιστικές εισφορές και χορηγείται
μετά την 1.1.2015, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο
νόμος αυτός.
3. Αναλογική σύνταξη: Το ποσό της σύνταξης που ανα−
λογεί στο ύψος των ασφαλιστικών εισφορών για τα έτη
ασφάλισης, από 1.1.2011 και εφεξής, κάθε ασφαλισμένου
που θεμελιώνει δικαίωμα σύνταξης μετά την 1.1.2015 σε
φορείς κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο. Το αναλογικό
ποσό σύνταξης βαρύνει τους προϋπολογισμούς των
ασφαλιστικών οργανισμών κύριας ασφάλισης ή το Δη−
μόσιο για τους ασφαλισμένους του Δημοσίου.
4. Τα θέματα του νόμου αυτού που αναφέρονται
στους τακτικούς υπαλλήλους και λειτουργούς του
Δημοσίου, τους στρατιωτικούς και τους τακτικούς
υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ., οργανισμών τοπικής αυτο−
διοίκησης α΄ και β΄ βαθμίδας θα ρυθμιστούν με ειδικό
συνταξιοδοτικό νόμο των αρμόδιων Υπουργών.
Για τους υπαλλήλους της Βουλής τα θέματα του
νόμου αυτού θα κανονιστούν από τον Κανονισμό της
Βουλής.
Άρθρο 2
Βασική σύνταξη
1. Από 1.1.2015 και εφεξής καθιερώνεται βασική σύ−
νταξη. Το ύψος της βασικής σύνταξης, για το έτος
2010, καθορίζεται στο ποσό των τριακοσίων εξήντα
(360,00) ευρώ μηνιαίως, για 12 μήνες και αναπροσαρ−
μόζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1
του άρθρου 11 του νόμου αυτού.
2. Την ανωτέρω βασική σύνταξη δικαιούνται:
Α. Οι ασφαλισμένοι των οργανισμών κύριας ασφά−
λισης, πλην ΟΓΑ, καθώς και οι τακτικοί υπάλληλοι και
λειτουργοί του Δημοσίου, οι στρατιωτικοί και οι τα−
κτικοί υπάλληλοι των νομικών προσώπων δημοσίου
δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης
α΄ και β΄ βαθμίδας, ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής
στην ασφάλιση, που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δι−
καίωμα από την 1.1.2015 και εφεξής.
Η βασική σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία
συνταξιοδότησης από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα ή
το Δημόσιο. Στους ασφαλισμένους των οποίων η σύ−
νταξη, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφαλαίου αυτού,
αποτελεί άθροισμα δύο τμημάτων, η βασική σύνταξη
υπολογίζεται αναλογικά, με βάση τα έτη ασφάλισης
από 1.1.2011 και εφεξής προς το συνολικό χρόνο ασφά−
λισης.
Το ποσό της βασικής σύνταξης μειώνεται για τους
συνταξιούχους λόγω γήρατος κατά 1/35 για κάθε χρόνο
που υπολείπεται των τριάντα πέντε (35) ετών διαμονής
στην Ελλάδα, μεταξύ του 15ου και του 65ου έτους της
ηλικίας. Το ποσό της βασικής σύνταξης μειώνεται στις
περιπτώσεις θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώμα−
τος σε μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος, σε μειωμένη
σύνταξη λόγω αναπηρίας, καθώς και στην περίπτωση
χορήγησης σύνταξης λόγω θανάτου. Η μείωση της βα−
σικής σύνταξης προκειμένου για τους ασφαλισμένους
που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη γήρατος, ανέρχεται
σε 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται για τη συ−
μπλήρωση του ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότη−
σης. Για τους συνταξιούχους που λαμβάνουν μειωμένη
σύνταξη λόγω αναπηρίας με ποσοστό 67% έως και
79,99% χορηγείται το 75% της βασικής σύνταξης, και
με ποσοστό από 50% έως και 66,99% χορηγείται το
50% αυτής. Οι μειώσεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή
σε όσους συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του ν.
612/1977 (ΦΕΚ 164 Α΄), καθώς και για τα πρόσωπα του
τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α´ της παραγράφου
1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (ΦΕΚ 210 Α΄).
Στις περιπτώσεις χορήγησης σύνταξης λόγω θανάτου,
2771 ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2781
ζ) Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρ−
θρου 144 του ν. 3655/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«Προκειμένου για συνταξιοδοτικά δικαιώματα που
θεμελιώνονται από 1.1.2011 απαιτείται η συμπλήρωση
του 52ου έτους, από 1.1.2012 του 55ου και από 1.1.2013
του 65ου έτους της ηλικίας.»
18. Το άρθρο 40 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) αντι−
καθίσταται ως εξής:
«1. Ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς κοινωνικής
ασφάλισης και το Δημόσιο λογίζεται, πλην του χρόνου
πραγματικής ή προαιρετικής ασφάλισης: α) ο χρόνος
στρατιωτικής υπηρεσίας, β) ο χρόνος γονικής άδειας
ανατροφής παιδιών, γ) ο χρόνος επιδότησης λόγω
ασθένειας και μέχρι 300 ημέρες, ο χρόνος επιδότησης
τακτικής ανεργίας και μέχρι 300 ημέρες, δ) ο χρόνος
εκπαιδευτικής άδειας άνευ αποδοχών και μέχρι δύο (2)
έτη, ε) ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση ενός μόνο
πτυχίου ανώτερης ή ανώτατης σχολής της ημεδαπής
ή της αλλοδαπής, καθώς και ο χρόνος σπουδών, μετά
τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας, σε μέσες
επαγγελματικές σχολές, ο οποίος είναι ίσος με τα κατά
το χρόνο αποφοίτησης επίσημα ακέραια χρόνια σπου−
δών της οικείας σχολής, στ) ο χρόνος ανεργίας, μετά
την υπαγωγή στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα
κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, ζ) ο προβλεπόμενος
από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. χρόνος απουσίας από την εργασία
λόγω κύησης και λοχείας, η) ο χρόνος απεργίας, θ) ο
πλασματικός χρόνος του άρθρου 141 του ν. 3655/2008
(ΦΕΚ 58 Α΄), που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις δια−
τάξεις αυτές και ανεξάρτητα του χρόνου γέννησης
των παιδιών και ι) ο χρόνος μαθητείας όπως ορίζεται
από τις ισχύουσες διατάξεις και μέχρι ένα (1) έτος, ια)
ο χρόνος αποδεδειγμένης άσκησης επαγγελματικής
δραστηριότητας πριν την εγγραφή στα μητρώα του
Ο.Α.Ε.Ε. και μέχρι πέντε (5) έτη εφόσον δεν είχαν πλη−
ρωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές.
2. Η αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου στρατιωτι−
κής υπηρεσίας γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
1358/1983 (ΦΕΚ 60 Α΄) όπως ισχύουν κάθε φορά.
Στις περιπτώσεις που θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό
δικαίωμα από 1.1.2011 μέχρι 31.12.2014 με βάση τις ισχύ−
ουσες διατάξεις, το ποσό για την εξαγορά του χρόνου
της στρατιωτικής θητείας στους Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης μειώνεται κατά 30%. Για όσους θεμελιώ−
νουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2015 και εφεξής
το ανωτέρω ποσό μειώνεται κατά 50%. Το καταβαλ−
λόμενο ποσό και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις δεν
μπορεί να είναι κατώτερο αυτού που προκύπτει με
βάση υπολογισμού το 25πλάσιο του ημερομισθίου του
ανειδίκευτου εργάτη.
Ο χρόνος γονικής άδειας ανατροφής παιδιών ανα−
γνωρίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6
του ν. 1483/1984 (ΦΕΚ 153 Α΄), για θεμελίωση συντα−
ξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για προσαύξηση του
ποσού της σύνταξης και εξαγοράζεται βάσει του ποσο−
στού εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, που ισχύει
για κάθε φορέα και του 25πλάσιου του ημερομίσθιου
ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά τη χρονολογία
υποβολής της αίτησης αναγνώρισης.
Οι ημέρες επιδότησης λόγω ασθενείας, λόγω τακτι−
κής ανεργίας και ο προβλεπόμενος από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
χρόνος απουσίας από την εργασία λόγω κύησης και
λοχείας, συνυπολογίζονται για τη θεμελίωση συντα−
ξιοδοτικού δικαιώματος.
Ο χρόνος εκπαιδευτικής άδειας και ο χρόνος απερ−
γίας αναγνωρίζονται, με αίτηση του ενδιαφερομένου,
τόσο για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο
και για προσαύξηση του ποσού της σύνταξης και εξα−
γοράζεται βάσει του ποσοστού εισφοράς εργοδότη
και ασφαλισμένου του οικείου φορέα και των απο−
δοχών του ασφαλισμένου κατά το χρόνο υποβολής
της αίτησης, το ποσό δε της εξαγοράς βαρύνει τον
ασφαλισμένο. Η αίτηση υποβάλλεται στον ασφαλιστι−
κό οργανισμό που υπαγόταν ο ασφαλισμένος κατά
το χρόνο χορήγησης της εκπαιδευτικής άδειας ή της
απεργίας και συνοδεύεται από βεβαίωση του εργοδό−
τη που εκδόθηκε κατά τον ίδιο χρόνο, από την οποία
να προκύπτει ο λόγος χορήγησης και η διάρκεια της
άδειας ή της απεργίας.
Ο χρόνος φοίτησης σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές,
ο χρόνος σπουδών σε μέσες επαγγελματικές σχολές,
ο χρόνος μαθητείας, καθώς και ο χρόνος ανεργίας
αναγνωρίζονται, μετά από αίτηση του ασφαλισμένου,
για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και την
προσαύξηση του ποσού της σύνταξης, με την καταβολή
για κάθε μήνα ποσού εξαγοράς υπολογιζόμενου με πο−
σοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους φορείς κύριας
ασφάλισης και έξι τοις εκατό (6%) για τους φορείς
επικουρικής ασφάλισης επί του 25πλασίου του ΗΑΕ
που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης.
Οι ασφαλιστικές εισφορές για τις κατά τα παραπά−
νω αναγνωρίσεις καταβάλλονται είτε εφάπαξ, εντός
τριμήνου από την κοινοποίηση της απόφασης οπότε
παρέχεται έκπτωση 15 % είτε σε μηνιαίες δόσεις, ίσες
με τους αναγνωριζόμενους μήνες. Η πρώτη δόση κα−
ταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα της
κοινοποίησης της απόφασης. Καθυστέρηση καταβολής
δόσης συνεπάγεται επιβάρυνσή της με τα εκάστοτε
προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη.
Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώ−
ματος ή προσαύξησης του ποσού της σύνταξης πριν
το χρόνο εξόφλησης της εισφοράς εξαγοράς, παρα−
κρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την εξό−
φληση ποσό ίσο με το ¼ του ποσού της σύνταξης.
Ο πλασματικός χρόνος ασφάλισης του άρθρου 141
του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ 58 Α΄), συνυπολογίζεται και για
τη συμπλήρωση του χρόνου συνταξιοδότησης λόγω
γήρατος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου
10 του άρθρου αυτού, καθώς και των 4.500 ημερών ή
δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης.
Οι χρόνοι των περιπτώσεων γ΄ και ζ΄ συνυπολογί−
ζονται μόνο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαι−
ώματος λόγω γήρατος και όχι για τον προσδιορισμό
του δικαιούμενου ποσού σύνταξης.
Ο χρόνος κατά τον οποίο ο ασφαλισμένος έλαβε
σύνταξη αναπηρίας συνυπολογίζεται για τη συμπλή−
ρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτούνται
για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος.
Όσοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλι−
σης για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος μέχρι 31.12.2010,
με προσμέτρηση χρόνων που προβλέπονται στο άρ−
θρο 40 του ν. 2084/1992, εφόσον η σχετική αίτηση
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠ2782 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
αναγνώρισης υποβληθεί μέχρι 31.12.2013, ακολουθούν
τις κατά περίπτωση προϋποθέσεις συνταξιοδότησης,
που ισχύουν κατά το έτος 2010.
3. Οι αναγνωριζόμενοι χρόνοι συνυπολογίζονται για
τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, εφόσον
ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον
3.600 ημέρες ή δώδεκα (12) έτη ασφάλισης.
Ο συνολικός χρόνος ο οποίος, με βάση τα ανωτέρω,
συνυπολογίζεται ή αναγνωρίζεται για τη θεμελίωση
συνταξιοδοτικού δικαιώματος, δεν μπορεί να υπερβεί
τα επτά (7) έτη.
Ειδικότερα, ο χρόνος αυτός καθορίζεται κατ’ ανώ−
τατο όριο:
α) σε τέσσερα (4) έτη για όσους θεμελιώνουν συντα−
ξιοδοτικό δικαίωμα εντός του έτους 2011,
β) σε πέντε (5) έτη για όσους θεμελιώνουν συνταξι−
οδοτικό δικαίωμα εντός του έτους 2012,
γ) σε έξι (6) έτη για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδο−
τικό δικαίωμα εντός του έτους 2013 και
δ) σε επτά (7) έτη για όσους θεμελιώνουν συνταξιο−
δοτικό δικαίωμα από 1.1.2014 και εφεξής.»
Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2011.
19. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου
2 του άρθρου 155 του ν. 3528/2007 «Κύρωση του Κώδικα
Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλή−
λων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.» (ΦΕΚ 26 Α΄) προστίθεται
εδάφιο ως εξής:
«Ο υπάλληλος με αίτησή του, που υποβάλλεται έξι
(6) μήνες πριν τη συμπλήρωση τριάντα πέντε (35) ετών
πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας, κα−
θώς και του ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης,
μπορεί να ζητήσει να παραμείνει στην υπηρεσία έως
τρία (3) επιπλέον έτη και έως τη συμπλήρωση κατ’
ανώτατο όριο του 65ού έτους της ηλικίας.»
Κατά την πρώτη εφαρμογή της διάταξης η αίτηση
γίνεται αποδεκτή εφόσον υποβληθεί εντός δεκαπέντε
(15) ημερών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Δυ−
νατότητα ασκήσεως του ανωτέρω δικαιώματος έχουν
και όσοι έχουν αυτοδικαίως απολυθεί από 1ης Ιουνίου
2010.
20. Διατάξεις Κανονισμών Εργασίας και Επιχειρη−
σιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που εφαρ−
μόζονται σε εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου
τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το ν.1256/1982 (ΦΕΚ
65 Α΄), και προβλέπουν αυτοδίκαιη και υποχρεωτική
απόλυση με τη συμπλήρωση είτε του οριζόμενου σε
αυτές χρόνου υπηρεσίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλι−
κίας, είτε του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τις
ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρα−
τος, δεν εφαρμόζονται, εφόσον υποβληθεί από τον
εργαζόμενο αίτηση παραμονής στην υπηρεσία που
γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από τον εργοδότη. Η
παραμονή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριών
(3) ετών εκτός και εάν δεν θεμελιώνεται δικαίωμα για
συνταξιοδότηση με πλήρη σύνταξη.
Άρθρο 11
Αναπροσαρμογή συντάξεων και ορίων ηλικίας
1. α) Από 1.1.2014 οι συντάξεις των Φορέων Κοινωνι−
κής Ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων
του Δημοσίου αναπροσαρμόζονται κατ’ έτος με κοινή
απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας
και Κοινωνικής Ασφάλισης στη βάση συντελεστή που
διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ
και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Κα−
ταναλωτή του προηγούμενου έτους και δεν υπερβαίνει
την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
β) Οι διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του
Δημοσίου με τις οποίες προβλέπεται αναπροσαρμο−
γή ή αύξηση των συντάξεων, που καταβάλλονται από
αυτό, κατά τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο με
τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης ή με βάση
τις ισχύουσες κάθε φορά μισθολογικές διατάξεις, κα−
ταργούνται από 1.1.2014.
2. Από την 1.1.2011 και ανά διετία η Εθνική Αναλογι−
στική Αρχή εκπονεί αναλογιστικές μελέτες, οι οποίες
επικυρώνονται από την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτι−
κής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αντικείμενο τη συνεχή
παρακολούθηση της εξέλιξης της εθνικής συνταξιοδο−
τικής δαπάνης. Με ειδικό νόμο ανακαθορίζονται οι συ−
ντάξεις με στόχο τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης
βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Το ύψος
των ανωτέρω δαπανών για τη βασική, την αναλογική
και την επικουρική σύνταξη, προβαλλόμενο έως το
έτος 2060, δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο
αύξησης των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με
έτος αναφοράς το 2009.
3. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλι−
σμένων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και
του Δημοσίου, ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην
ασφάλιση, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 10 του
παρόντος νόμου και σε καταστατικές ή γενικές δι−
ατάξεις νόμων, ανακαθορίζονται κατά τη μεταβολή
του προσδόκιμου ζωής του πληθυσμού της χώρας,
με σημείο αναφοράς την ηλικία των 65 ετών. Η ισχύς
της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2021 και κατά
την πρώτη εφαρμογή της, λαμβάνεται υπόψη η μετα−
βολή της δεκαετίας 2010 έως και 2020. Από 1.1.2024 τα
ανωτέρω όρια ανακαθορίζονται ανα τριετία. Η ανα−
προσαρμογή των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, γί−
νεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών
και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδεται
κατά το τελευταίο έτος κάθε περιόδου με βάση τους
σχετικούς δείκτες που προσδιορίζονται από την Ελ−
ληνική Στατιστική Αρχή και την Eurostat και αφορούν
στην επόμενη περίοδο.
Άρθρο 12
Γενικοί όροι συνταξιοδότησης επιζώντος συζύγου
1. Ο επιζών σύζυγος δεν δικαιούται σύνταξη από
ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ή επικουρικής
ασφάλισης, ή το Δημόσιο κατά περίπτωση, στις εξής
περιπτώσεις:
Α. Αν ο θάνατος του ασφαλισμένου συζύγου επήλθε
πριν από την πάροδο τριών (3) ετών από την τέλεση
του γάμου, εκτός αν:
α) Ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα, εργατικό ή
μη.
β) Κατά τη διάρκεια του γάμου γεννήθηκε, νομιμο−
ποιήθηκε, αναγνωρίσθηκε ή υιοθετήθηκε τέκνο.
γ) Η χήρα κατά το χρόνο του θανάτου τελούσε σε
κατάσταση εγκυμοσύνης, η οποία δεν διεκόπη και γεν−
νήθηκε ζων τέκνο.
ΑΔΑ: ΒΕΦΖ4691ΩΓ-7ΕΠ

Advertisements

ΠΟΛ.1010/25.1.2013 Παρακράτηση φόρου και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 στα εισοδήματα από μισθούς, ημερομίσθια, συντάξεις και λοιπές παροχές που θα καταβληθούν στους δικαιούχους από 1-1-2013 και μετά με βάση τη νέα φορολογική κλίμακα μισθωτών – συνταξιούχων όπως αυτή προβλέπεται στις διατάξεις του ν.4110/2013 (ΦΕΚ Α’ 17/23.1.2013) που ψηφίστηκε στη Βουλή

Αθήνα, 25 Ιανουαρίου 2013

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ         

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ 

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ 

ΤΜΗΜΑ Α’

 

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10 

Τ.Κ.     : 101 84

Πληροφορίες : Δ. Παπαγιάννης

Τηλέφωνο : 210 3375315-7 

FAX    : 210 3375001

 

ΕΠΕΙΓΟΝ

 

ΠΟΛ 1010

 

ΘΕΜΑ: Παρακράτηση φόρου και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 στα εισοδήματα από μισθούς, ημερομίσθια, συντάξεις και λοιπές παροχές που θα καταβληθούν στους δικαιούχους από 1-1-2013 και μετά με βάση τη νέα φορολογική κλίμακα μισθωτών – συνταξιούχων όπως αυτή προβλέπεται στις διατάξεις του ν.4110/2013 (ΦΕΚ Α’ 17/23.1.2013) που ψηφίστηκε στη Βουλή.

 

I. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

1. Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 1 του ν.4110/2013 (ΦΕΚ Α’ 17/23.1.2013) «Ρυθμίσεις στη φορολογία εισοδήματος, ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και λοιπές διατάξεις» που ψηφίστηκε στη Βουλή, αντικαταστάθηκε το άρθρο 9 του ΚΦΕ. Με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παρ.1 του άρθρου 9 του ΚΦΕ όπως ισχύει ορίζεται, ότι το εισόδημα από μισθούς, συντάξεις και μισθούς με έκδοση τιμολογίου ή απόδειξης για παροχή υπηρεσιών υποβάλλεται σε φόρο σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα: 

 

 

ΚΛΙΜΑΚΑ ΜΙΣΘΩΤΩΝ – ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ

 

Κλιμάκιο εισοδήματος (ευρώ)

Φορολογικός

συντελεστής

%

Φόρος κλιμακίου (ευρώ)

Σύνολο Εισοδήματος (ευρώ)

Σύνολο Φόρου (ευρώ)

25.000

22

5.500

25.000

5.500

17.000

32

5.440

42.000

10.940

Υπερβάλλον

42

 

 

 

                       

 

2. Με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 9 του ΚΦΕ όπως ισχύει ορίζεται, ότι ο φόρος που προκύπτει με βάση την κλίμακα των μισθωτών και συνταξιούχων της προηγούμενης παραγράφου μειώνεται:

 

α) Για εισόδημα μέχρι και είκοσι μία χιλιάδες (21.000) ευρώ κατά δύο χιλιάδες εκατό (2.100) ευρώ. Εφόσον ο φόρος που προκύπτει είναι μικρότερος των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ το ποσό μείωσης περιορίζεται στο ποσό του φόρου.

 

β) Για εισόδημα πάνω από είκοσι μία (21.000) ευρώ το ποσό μείωσης της περίπτωσης α’ περιορίζεται κατά εκατό (100) ευρώ ανά χίλια (1.000) ευρώ εισοδήματος και μέχρι εξαντλήσεως του ποσού των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ.

 

3. Με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παρ.1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τις διατάξεις της παρ. 15 του άρθρου 6 του ανωτέρω νόμου ορίζεται, ότι στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ο φόρος παρακρατείται από εκείνον, που απασχολεί κατά σύστημα έμμισθο ή ημερομίσθιο προσωπικό είτε καταβάλλει συντάξεις, επιχορηγήσεις και κάθε άλλη παροχή. Η παρακράτηση ενεργείται κατά την καταβολή και ο φόρος υπολογίζεται με βάση την κλίμακα μισθωτών – συνταξιούχων της παραγράφου 1 και την παράγραφο 2 του άρθρου 9, στους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, τους συνταξιούχους και τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα.

 

4. Με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης 15 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου 1 του ν.4093/2012 (ΦΕΚ Α’222) ορίζεται, ότι το αφορολόγητο ποσό της παρ.2 του άρθρου 9 του ν.2238/1994 (όπως το άρθρο 9 είχε τεθεί με τις διατάξεις του ν.4024/2011) αντικαθίσταται από το προβλεπόμενο σε αυτή την υποπαράγραφο επίδομα από 1ης Ιανουαρίου 2013.

 

5. Με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παρ.1 του άρθρου 28 του ανωτέρω νόμου ορίζεται, ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 και της παρ. 15 του άρθρου 6 αυτού του νόμου έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά περίπτωση, από το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.

 

6. Ενόψει των ανωτέρω, ο υπολογισμός του φόρου που πρέπει να παρακρατείται από 1ης Ιανουαρίου 2013, κατά την καταβολή μισθών, ημερομισθίων, συντάξεων και λοιπών παροχών θα γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται από τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 57. Για την παρακράτηση της περ.α’ της παρ.1 του άρθρου 57 θα ληφθεί υπόψη η ανωτέρω φορολογική κλίμακα μισθωτών – συνταξιούχων του άρθρου 9 του ΚΦΕ καθώς και οι μειώσεις φόρου της παρ.2 του άρθρου 9.

 

Για διευκόλυνση παρατίθεται κατωτέρω ενδεικτικός πίνακας με τον υπολογισμό του τελικού φόρου (μετά τη μείωση της παρ.2 του άρθρου 9) που αντιστοιχεί σε ετήσιο καθαρό εισόδημα (βάσει αναγωγής) και για εισόδημα (σε ευρώ) μέχρι 43.000.

 

 

Ετήσιο καθαρό εισόδημα (βάσει αναγωγής)

Φόρος (βάσει κλίμακας

μισθωτών – συνταξιούχων)

Τελικός φόρος (μετά τη μείωση της παρ.2 του άρθρου 9)

5.000

1.100

0 (1.100-1.100)

18.000

3.960

1.860 (3.960-2.100)

18.500

4.070

1.970 (4.070-2.100)

21.000

4.620

2.520 (4.620-2.100)

21.200

4.664

2.564 (4.664-2.100)

21.500

4.730

2.730 (4.730-2.000)

21.900

4.818

2.818 (4.818-2.000)

22.000

4.840

2.840 (4.840-2.000)

22.600

4.972

3.072 (4.972-1.900)

23.000

5.060

3.160 (5.060-1.900)

24.000

5.280

3.480 (5.280-1.800)

25.000

5.500

3.800 (5.500-1.700)

25.300

5.596

3.896 (5.596-1.700)

26.000

5.820

4.220 (5.820-1.600)

27.000

6.140

4.640 (6.140-1.500)

28.000

6.460

5.060 (6.460-1.400)

29.000

6.780

5.480 (6.780-1.300)

30.000

7.100

5.900 (7.100-1.200)

31.000

7.420

6.320 (7.420-1.100)

 

32.000

7.740

6.740 (7.740-1.000)

32.499

7.899,68

6.899,68 (7.899,68-1.000)

32.500

7.900

7.000 (7.900-900)

32.999

8.059,68

7.159,68 (8.059,68-900)

33.000

8.060

7.160 (8.060-900)

34.000

8.380

7.580 (8.380-800)

35.000

8.700

8.000 (8.700-700)

36.000

9.020

8.420 (9.020-600)

37.000

9.340

8.840 (9.340-500)

38.000

9.660

9.260 (9.660-400)

39.000

9.980

9.680 (9.980-300)

40.000

10.300

10.100 (10.300-200)

41.000

10.620

10.520 (10.620-100)

41.300

10.716

10.616 (10.716-100)

41.500

10.780

10.780 (10.780-0)

41.900

10.908

10.908 (10.908-0)

42.000

10.940

10.940 (10.940-0)

42.700

11.234

11.234(11.234-0)

43.000

11.360

11.360 (11.360-0)

 

 

Διευκρινίζεται, ότι για εισοδήματα που υπερβαίνουν τις 21.000, 22.000, 23.000, 24.000, …, 41.000, όταν η διαφορά των εισοδημάτων αυτών από το προηγούμενο σε ακέραιο αριθμό εισόδημα σε χιλιάδες ευρώ (21.000, 22.000, 23.000, 24.000, …, 41.000) είναι από 500 ευρώ και άνω, τότε ο περιορισμός της περ.β’ της παρ.2 του άρθρου 9 καταλαμβάνει και τα 100 ευρώ του επόμενου σε ακέραιο αριθμό εισοδήματος σε χιλιάδες ευρώ, ενώ όταν η ανωτέρω διαφορά είναι κάτω των 500 ευρώ, τότε ο περιορισμός της περ.β’ της παρ.2 του άρθρου 9 καταλαμβάνει και τα 100 ευρώ του προηγούμενου σε ακέραιο αριθμό εισοδήματος σε χιλιάδες ευρώ. 

 

7. Περαιτέρω, σας παρέχουμε και τις ακόλουθες οδηγίες:

 

Α. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΤΟΥΣ ΑΜΕΙΒΟΜΕΝΟΥΣ ΜΕ ΜΗΝΙΑΙΟ ΜΙΣΘΟ. ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥΣ (από Φορείς κύριας ασφάλισης) ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΜΕΙΒΟΜΕΝΟΥΣ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟ. ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΕ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΕΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ Ή ΜΕ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. 

 

Οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας θα προσδιορίσουν, το μηνιαίο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου αφαιρώντας από το ακαθάριστο ποσό του μισθού ή της σύνταξης ή της οποιασδήποτε καταβαλλόμενης παροχής μόνο τα ποσά των νόμιμων κρατήσεων για υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές, που για την καταβολή τους βαρύνεται ο μισθωτός ή ο συνταξιούχος. Διευκρινίζεται ότι ο φόρος εισοδήματος δεν εμπίπτει στην έννοια των κρατήσεων που βαρύνουν το δικαιούχο και συνεπώς δεν εκπίπτει από το ακαθάριστο ποσό του μηνιαίου ή του ετήσιου εισοδήματος του μισθωτού ή του συνταξιούχου.

 

Στην έννοια του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος περιλαμβάνεται η σύνταξη, ο μισθός και οποιεσδήποτε άλλες αμοιβές της ίδιας περιόδου (υπερωρίες, επίδομα παραγωγής, πριμ παρουσίας, προσαύξηση για απασχόληση νυκτερινή – Κυριακών – αργιών κτλ.), που συνεντέλλονται (δηλαδή συνεκκαθαρίζονται) μαζί, σε μία μισθοδοτική κατάσταση με το μισθό. Στη συνέχεια οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας κάθε μήνα θα διενεργούν αναγωγή του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος με βάση τις πραγματικές καταβαλλόμενες αποδοχές προκειμένου να προσδιορισθεί το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου.

 

Ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος θα γίνεται με πολλαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου ποσού του μισθού ή της σύνταξης ή της οποιασδήποτε άλλης παροχής που εμπίπτει στην έννοια του μισθού, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, επί 12 μηνιαίους μισθούς, συν καταβαλλόμενο σε εκείνους που το δικαιούνται δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας.

 

Με τον ίδιο τρόπο θα προσδιοριστεί το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα του οικείου έτους κατά το μήνα Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο κτλ. Σημειώνεται ότι, αν στο μισθωτό καταβάλλεται και κάποια άλλη πρόσθετη παροχή (π.χ. ένας μηνιαίος μισθός ως επίδομα ισολογισμού κτλ.) για τον υπολογισμό του ετήσιου συνολικού εισοδήματος θα προστίθεται και η παροχή αυτή.

 

Διευκρινίζεται ότι, όταν καταβάλλεται στο μισθωτό οποιοδήποτε έκτακτο εφάπαξ ποσό με εξαίρεση τις υπερωρίες που καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα (π.χ. πριμ παραγωγικότητας, αναδρομικά προηγούμενων μηνών του ίδιου έτους κτλ.) και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές, αυτό το εφάπαξ καταβαλλόμενο ποσό δεν θα συναθροιστεί με τις μηνιαίες αποδοχές, προκειμένου να γίνει αναγωγή των μηνιαίων αποδοχών σε ετήσιο καθαρό εισόδημα, αλλά θα συναθροιστεί με το συνολικό ετήσιο ποσό που προσδιορίζεται με βάση τις μηνιαίες αποδοχές του συγκεκριμένου μήνα. Στην περίπτωση αυτή ο επιπλέον φόρος που θα προκύψει λόγω της προσθήκης αυτού του ποσού θα παρακρατηθεί στο μήνα που καταβλήθηκε αυτό το ποσό. 

 

Περαιτέρω, όταν κατά την καταβολή του μηνιαίου ποσού του μισθού ή της σύνταξης έχουμε μεταβολή π.χ. λόγω αύξησης των αποδοχών, υπερωριών κτλ. που συνεντέλλονται (συνεκκαθαρίζονται) με τις μηνιαίες αποδοχές (ή μεταβολή λόγω αλλαγής της φορολογικής κλίμακας σε σύγκριση με προηγούμενες μηνιαίες καταβολές), παρέχεται η ευχέρεια ο προσδιορισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος κατά τον υπόψη μήνα να γίνεται με πολλαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου καταβαλλόμενου ποσού του μισθού ή της σύνταξης του μήνα αυτού επί τον αριθμό των υπόλοιπων μηνών συν τυχόν δώρο κτλ. μέχρι τη λήξη του οικείου έτους, συναθροίζοντας στο ποσό αυτό και το ποσό των αποδοχών που έχουν ήδη καταβληθεί. Με βάση το νέο ετήσιο καθαρό εισόδημα, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τη μεταβολή, θα υπολογισθεί ο ετήσιος παρακρατούμενος φόρος από τον οποίο θα αφαιρεθεί ο φόρος που ήδη παρακρατήθηκε τους προηγούμενους μήνες και το υπόλοιπο ποσό του φόρου θα διαιρεθεί με τον αριθμό των υπόλοιπων μηνών, προκειμένου να βρεθεί ο φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί το συγκεκριμένο μήνα.

 

Προκειμένου για νεοδιορισθέντες υπαλλήλους ή νέους συνταξιούχους, ο προσδιορισμός του ετήσιου καθαρού εισοδήματος θα γίνεται με βάση τα δεδομένα του μήνα έναρξης της εργασίας ή καταβολής της σύνταξης, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, επί 12 μηνιαίους μισθούς, συν καταβαλλόμενο σε εκείνους που το δικαιούνται δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας.

 

Το ποσό του φόρου που αναλογεί βάσει της φορολογικής κλίμακας μισθωτών – συνταξιούχων και των μειώσεων φόρου της παρ.2 του άρθρου 9 θα μειωθεί κατά ποσοστό 1,5% και το υπόλοιπο αποτελεί το φόρο που πρέπει να παρακρατηθεί σε ετήσια βάση. Το ένα δέκατο τέταρτο (1/14) ή το ένα δωδέκατο (1/12) του ποσού αυτού (ανάλογα με το αν καταβάλλονται ή όχι δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας), αποτελεί το φόρο που παρακρατείται κάθε μήνα από τον υπόχρεο εργοδότη, κατά την καταβολή των μισθών ή των συντάξεων.

 

Το ένα δέκατο τέταρτο (1/14) του ποσού αυτού πρέπει να παρακρατείται και από το ποσό που καταβάλλεται σε εκείνους που το δικαιούνται, ως δώρο Χριστουγέννων. Το μισό του φόρου που αναλογεί στο μηνιαίο καθαρό εισόδημα, δηλαδή το ένα εικοστό όγδοο (1/28) του ετήσιου φόρου, αποτελεί το φόρο που αναλογεί στο ποσό που καταβάλλεται σε εκείνους που το δικαιούνται, ως δώρο Πάσχα ή ως επίδομα αδείας.

 

Σημειώνεται ότι κατά τον υπολογισμό του παρακρατούμενου φόρου μισθωτών υπηρεσιών, τα ποσά που προκύπτουν θα στρογγυλοποιούνται στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο π.χ. αν προκύψει ποσό 14,3876 ευρώ θα παρακρατείται ποσό 14,39 ευρώ ή αν προκύψει ποσό 14,2237 θα παρακρατείται ποσό 14,22 ευρώ. Δηλαδή, ισχύει ο κανόνας στρογγυλοποίησης του κανονισμού 1103/97 της Ε.Ε.

 

Β. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΤΟΥΣ ΑΜΕΙΒΟΜΕΝΟΥΣ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟ. ΕΦΟΣΟΝ Η ΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.

 

Στους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου χρόνου, αλλά διάρκειας μικρότερης από ένα έτος, το ποσό της παρακράτησης υπολογίζεται με την εφαρμογή συντελεστή στο ακαθάριστο ποσό του ημερομισθίου, ο οποίος ορίζεται σε τρία τοις εκατό (3%) στο σύνολο του ημερομισθίου πάνω από το ποσό που ορίζεται από τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ (24 ευρώ). Συνεπώς, αν το ακαθάριστο ποσό του ημερομισθίου είναι μικρότερο από το ανωτέρω προβλεπόμενο ποσό δεν θα γίνεται παρακράτηση του φόρου.

 

Τονίζεται ότι, αν στον ημερομίσθιο εργάτη καταβάλλονται και πρόσθετες αμοιβές (π.χ. υπερωρίες, επίδομα παραγωγής κτλ.), ο ανωτέρω συντελεστής παρακράτησης θα υπολογίζεται με βάση το ποσό του μέσου ημερομισθίου της περιόδου που καταβάλλονται οι πρόσθετες αμοιβές.

 

Γ. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΜΟΙΒΩΝ ΓΙΑ ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ. ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ. ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ ΚΤΛ.

 

Στις καθαρές αμοιβές για υπερωριακή εργασία, επιχορηγήσεις, επιδόματα, καθώς και στις κάθε άλλου είδους, πρόσθετες αμοιβές ή παροχές, οι οποίες καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα και δεν συνεντέλλονται με τις τακτικές αποδοχές, εφόσον αυτές θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, ο παρακρατούμενος φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο συνολικό καθαρό ποσό, όσο και αν είναι αυτό. Ειδικά, σε περίπτωση που ωρομίσθιοι καθηγητές απασχολούνται ταυτόχρονα σε πολλούς εργοδότες, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπως συμβαίνει σε καθηγητές που απασχολούνται ταυτόχρονα σε διάφορα φροντιστήρια, οι εργοδότες εκτός από εκείνον που καταβάλλει τις μεγαλύτερες αποδοχές, θα παρακρατούν φόρο με συντελεστή 10%.

 

Δ. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΕ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ.

 

Στα εισοδήματα που καταβάλλονται αναδρομικά, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 46 του ΚΦΕ, ο φόρος που παρακρατείται υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόμενο ποσό.

 

Ε. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΕ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ. ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΚΤΛ.

 

Ο υπολογισμός του παρακρατούμενου φόρου, στο καθαρό ποσό των συντάξεων ή άλλων παροχών που καταβάλλονται από ταμεία επικουρικά, μετοχικά, αρωγής ή αλληλοβοήθειας, διενεργείται ως ακολούθως: 

 

α) Με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) αν το καθαρό ποσό της παροχής δεν υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ ετησίως, 

 

β) Με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ και μέχρι τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια (4.500) ευρώ ετησίως.

 

γ) Με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει τα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια (4.500) ευρώ ετησίως.

 

ΣΤ. ΛΟΙΠΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ.

 

1. Ο φόρος που παρακρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ, μειώνεται κατά ποσοστό 1,5% κατά την παρακράτησή του.

 

2. Το αφορολόγητο ποσό της παρ.2 του άρθρου 9 του ν.2238/1994 (όπως το άρθρο 9 είχε τεθεί με τις διατάξεις του ν.4024/2011) αντικαθίσταται από τη χορήγηση «ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων» και συνεπώς κατά την παρακράτηση που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της περ.α’ της παρ.1 του άρθρου 57 δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 7 (πρόσωπα που θεωρείται ότι βαρύνουν τους φορολογούμενους).

 

3. Η μείωση του ποσού του φόρου κατά διακόσια (200) ευρώ που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 9 του ΚΦΕ όπως ισχύει, δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών. Η μείωση αυτή θα υπολογιστεί κατά την εκκαθάριση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων των δικαιούχων.

 

4. Με τις διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 45 του ΚΦΕ όπως αυτό προστέθηκε με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 1 του νέου νόμου ορίζεται, ότι ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, αφαιρουμένων των ασφαλιστικών εισφορών, θεωρείται το εισόδημα από ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ.2 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου. Ενόψει των ανωτέρω διευκρινίζεται, ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν αλλάζουν την πηγή προέλευσης του εισοδήματος και απλώς κρίνουν την κλίμακα (μισθωτών ή μη μισθωτών που προβλέπεται από τις διατάξεις του νέου νόμου) σύμφωνα με την οποία θα φορολογηθεί το εκάστοτε εισόδημα κατά την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων. Συνεπώς, για την παρακράτηση στα εισοδήματα από ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή από ελευθέριο επάγγελμα, ακόμα και αν για αυτά τα εισοδήματα κριθεί ότι φορολογούνται με την κλίμακα των μισθωτών, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις (άρθρα 55, 58 του ΚΦΕ).

 

5. Με τις διατάξεις της περ.στ’ της παρ.1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ ορίζεται, ότι ειδικά για τις αμοιβές που αποκτούν οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού για τις υπηρεσίες που παρέχουν σε εμπορικά πλοία, η παρακράτηση διενεργείται σύμφωνα με τους αναλογικούς συντελεστές που προβλέπονται στο άρθρο 9. Με τις διατάξεις της παρ.8 του άρθρου 9 του ΚΦΕ όπως ισχύει ορίζεται, ότι ο φόρος στις αμοιβές που αποκτούν τα ανωτέρω πρόσωπα, υπολογίζεται με αναλογικό συντελεστή 15% (από 6% που εφαρμοζόταν με τις προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 9) για τους αξιωματικούς και 10% (από 3% που εφαρμοζόταν με τις προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 9) για το κατώτερο πλήρωμα στις αμοιβές που αποκτώνται από το ημερολογιακό έτος 2013 και επόμενα. Συνεπώς, ο υπολογισμός του φόρου που πρέπει να παρακρατείται από 1ης Ιανουαρίου 2013, κατά την καταβολή αμοιβών στα εν λόγω πρόσωπα θα γίνεται σύμφωνα με τους νέους συντελεστές. Ο οφειλόμενος επιπλέον φόρος που τυχόν προκύψει εξαιτίας του ότι πριν την έκδοση της παρούσας διαταγής παρακρατήθηκε φόρος στις αμοιβές αυτές με τους παλιούς συντελεστές, θα βεβαιωθεί σε βάρος των δικαιούχων με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2014 (χρήση 2013).

 

6. Σε περίπτωση πολλαπλής απασχόλησης ο εργαζόμενος με δήλωσή του στους εργοδότες στους οποίους απασχολείται πρέπει να επιλέγει την κύρια απασχόλησή του με κριτήριο το μεγαλύτερο ποσό αποδοχών που του καταβάλλεται και η παρακράτηση φόρου που θα διενεργεί ο εργοδότης θα γίνεται με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ.

 

Οι εργοδότες που καταβάλλουν τις μικρότερες αποδοχές, θα πρέπει να διενεργούν παρακράτηση φόρου με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ, θεωρουμένων των αποδοχών αυτών ως πρόσθετων αμοιβών, δηλαδή με συντελεστή φόρου 20%.

 

7. Ακόμα, με τις διατάξεις της περ.θ’ της παρ.5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ απαλλάσσονται από τη φορολογία οι μισθοί, συντάξεις και η πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και σε πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες, σε ποσοστό που υπερβαίνει το 80%.

 

Συνεπώς, κατά την καταβολή μισθών, συντάξεων και πάγιας αντιμισθίας στους πιο πάνω δικαιούχους, δεν θα παρακρατείται φόρος εισοδήματος.

 

8. Επίσης, διευκρινίζεται ότι, για το επιπλέον ετήσιο τεκμαρτό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες το οποίο αποκτάται από απασχολούμενους στην επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις της περ.γ’ (παροχή κατοικίας σε στελέχη και υπαλλήλους της επιχείρησης) και της περ.στ’ (παροχή Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου σε στελέχη της επιχείρησης) της παρ.1 του άρθρου 45 του ΚΦΕ δεν διενεργείται παρακράτηση Φ.Μ.Υ. καθόσον δεν λαμβάνει χώρα καταβολή εισοδήματος.

 

9. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι, με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ΚΦΕ, μεταξύ άλλων ορίζεται, ότι εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται και το εισόδημα που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για παροχή νομικών υπηρεσιών, καθώς και το εισόδημα που αποκτούν οι ξεναγοί οι οποίοι υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 1545/1985. Συνεπώς, κατά την καταβολή στους δικαιούχους των εισοδημάτων αυτής της κατηγορίας έχουν εφαρμογή όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για την παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών.

 

10. Ακόμα, διευκρινίζεται ότι όταν το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες καταβάλλεται ελεύθερο φόρου, εισόδημα που υπόκειται σε φόρο είναι εκείνο από το οποίο, αν αφαιρεθεί ο φόρος που του αναλογεί, προκύπτει το χωρίς φόρο ποσό που καταβάλλεται στο δικαιούχο.

 

II. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 29 ΤΟΥ Ν.3986/2011 ΣΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΜΙΣΘΩΤΕΣ

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

 

1. Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 42 του ν.4024/2011 προστέθηκαν νέοι παράγραφοι 6,7,8 και 9 στο άρθρο 29 του ν.3986/2011. Με τις διατάξεις της παρ.6 του άρθρου 29 του ν.3986/2011 όπως ισχύει ορίζεται, ότι στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που αποκτούν οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, οι συνταξιούχοι από φορείς κύριας ασφάλισης, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία και με εξαίρεση το εισόδημα της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ, διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του ίδιου άρθρου. Η παρακράτηση διενεργείται κατά την καταβολή και υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα που ορίζεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 29 του ν.3986/2011. Για την απόδοση των ποσών αυτών που παρακρατήθηκαν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1,2 και 4 του άρθρου 59 του ΚΦΕ, όπως ισχύουν.

 

Με τις διατάξεις της παρ.7 του άρθρου 29 του ν.3986/2011 όπως ισχύει ορίζεται, ότι τα ανωτέρω εφαρμόζονται για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2012 μέχρι και 31.12.2014.

 

Με τις διατάξεις της παρ.9 του άρθρου 29 του ν.3986/2011 όπως ισχύει ορίζεται, ότι η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων του παρόντος άρθρου δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ή από το φόρο της κλίμακας του άρθρου 9 του ΚΦΕ.

 

2. Με τις διατάξεις της περ.β’ της παρ.5 του άρθρου 38 του ν.4024/2011 αντικαταστάθηκε το τρίτο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 29 του ν.3986/2011. Με τις διατάξεις του νέου αυτού εδαφίου ορίζεται, ότι εξαιρούνται (από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011) και δεν προσμετρούνται τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, τα εισοδήματα της παρ.1 του άρθρου 14 (αποζημιώσεις απολυομένων) και της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ΚΦΕ (εφάπαξ παροχή από τα ταμεία προνοίας και άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς, εφάπαξ δημοσίων υπαλλήλων κλπ.).

 

3. Με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 83 του ΚΦΕ όπως αυτό προστέθηκε με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 42 του ν.4024/2011 ορίζεται, ότι ειδικά για τις διαχειριστικές χρήσεις 2012 έως και 2014 στην ίδια βεβαίωση αναγράφονται και τα παρακρατούμενα ποσά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.

 

4. Ενόψει των ανωτέρω, από 1ης Ιανουαρίου 2013 και κατά την καταβολή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση θα διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 η οποία υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα ως εξής:

 

α) Με συντελεστή ένα τοις εκατό (1%) για ετήσιο καθαρό εισόδημα από δώδεκα χιλιάδες ένα (12.001) ευρώ έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. 

 

β) Με συντελεστή δύο τοις εκατό (2%) για ετήσιο καθαρό εισόδημα από είκοσι χιλιάδες ένα (20.001) ευρώ έως και πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. 

 

γ) Με συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) για ετήσιο καθαρό εισόδημα από πενήντα χιλιάδες ένα (50.001) ευρώ έως και εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. 

 

δ) Με συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%) για ετήσιο καθαρό εισόδημα από εκατό χιλιάδες ένα (100.001) ευρώ και άνω.

 

5. Οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας θα προσδιορίσουν, το μηνιαίο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου αφαιρώντας από το ακαθάριστο ποσό του μισθού ή της σύνταξης ή άλλης παροχής μόνο τα ποσά των νόμιμων κρατήσεων για υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές, που για την καταβολή τους βαρύνεται ο μισθωτός ή ο συνταξιούχος. Διευκρινίζεται επίσης ότι από το ανωτέρω ακαθάριστο ποσό δεν αφαιρείται ο παρακρατούμενος ΦΜΥ.

 

Στην έννοια του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος περιλαμβάνεται η σύνταξη, ο μισθός και οποιεσδήποτε άλλες αμοιβές της ίδιας περιόδου (υπερωρίες, επίδομα παραγωγής, πριμ παρουσίας, προσαύξηση για απασχόληση νυκτερινή – Κυριακών – αργιών κτλ.), που συνεντέλλονται (δηλαδή συνεκκαθαρίζονται) μαζί, σε μία μισθοδοτική κατάσταση με το μισθό. Στη συνέχεια οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας κάθε μήνα θα διενεργούν αναγωγή του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος με βάση τις πραγματικές καταβαλλόμενες αποδοχές προκειμένου να προσδιορισθεί το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου.

 

Ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος θα γίνεται με πολλαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου ποσού του μισθού ή της σύνταξης ή της οποιασδήποτε άλλης παροχής που εμπίπτει στην έννοια του μισθού, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, επί 12 μηνιαίους μισθούς, συν καταβαλλόμενο σε εκείνους που το δικαιούνται δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας.

 

Με τον ίδιο τρόπο θα προσδιοριστεί το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα του οικείου έτους κατά το μήνα Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο κτλ. Σημειώνεται ότι, αν στο μισθωτό καταβάλλεται και κάποια άλλη πρόσθετη παροχή (π.χ. ένας μηνιαίος μισθός ως επίδομα ισολογισμού κτλ.) για τον υπολογισμό του ετήσιου συνολικού εισοδήματος θα προστίθεται και η παροχή αυτή.

 

Όσον αφορά τακτικά ή έκτακτα εφάπαξ καταβαλλόμενα ποσά που συνεντέλλονται με τις τακτικές αποδοχές, προκειμένου να υπολογισθεί ο συντελεστής παρακράτησης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 που θα εφαρμοσθεί στα ποσά αυτά, στο ετήσιο καθαρό εισόδημα που προσδιορίζεται με αναγωγή των αποδοχών του μήνα στον οποίο καταβάλλονται τα εφάπαξ ποσά επί 12 (ή επί 12 συν δώρα), θα προστίθενται και τα ποσά αυτά.

 

Ο ανωτέρω υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος εφαρμόζεται και για νεοδιορισθέντες υπαλλήλους ή νέους συνταξιούχους με βάση τα δεδομένα του μήνα έναρξης της εργασίας ή καταβολής της σύνταξης.

 

6. Περαιτέρω, σας παρέχουμε και τις ακόλουθες οδηγίες:

 

i. Το ποσό που παρακρατείται σύμφωνα με τα ανωτέρω έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 δεν μειώνεται κατά ποσοστό 1,5% κατά την παρακράτησή του.

 

ii. Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για την παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 έχουν εφαρμογή και στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για την παροχή νομικών υπηρεσιών, οι ξεναγοί που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 1545/1985 καθώς και οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα εμπορικού ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία. 

 

iii. Σε περίπτωση πολλαπλής απασχόλησης του εργαζόμενου σε διαφορετικούς εργοδότες, ο κάθε εργοδότης θα διενεργεί παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 σύμφωνα με τα ανωτέρω και με βάση τις αποδοχές που πράγματι καταβάλλει στον εργαζόμενο χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αποδοχές που καταβάλλονται στον ίδιο εργαζόμενο και από άλλους εργοδότες, 

 

iv. Στις καθαρές αποδοχές του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της Βουλής, των Βουλευτών, του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, των Υπουργών, των Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών, των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων, των Γενικών Γραμματέων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των Περιφερειαρχών, των Ευρωβουλευτών, των Δημάρχων και των προσώπων των περιπτώσεων α’ και β’ της παρ.3 του άρθρου 56 του Συντάγματος διενεργείται παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 κατά την καταβολή με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%).

 

ν. Δεν διενεργείται παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

• Στα εισοδήματα της παρ.1 του άρθρου 14 του ΚΦΕ (αποζημιώσεις απολυομένων).

 

• Στους μισθούς, συντάξεις και πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και σε πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω.

 

• Στα εισοδήματα της περ.γ’ της παρ.4 του άρθρου 45 του ΚΦΕ (παροχή που καταβάλλεται εφάπαξ από τα ταμεία προνοίας και τους άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς, εφάπαξ δημοσίων υπαλλήλων κλπ.).

 

• Στους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου χρόνου αλλά διάρκειας μικρότερης από ένα έτος.

 

• Στα εισοδήματα που καταβάλλονται αναδρομικά όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 46 του ΚΦΕ.

 

• Στο καθαρό ποσό των συντάξεων ή άλλων παροχών παρόμοιας φύσης, που καταβάλλονται από ταμεία επικουρικά, μετοχικά, αρωγής ή αλληλοβοήθειας.

 

• Στο επιπλέον ετήσιο τεκμαρτό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες το οποίο αποκτάται από απασχολούμενους στην επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις της περ.γ’ (παροχή κατοικίας σε στελέχη και υπαλλήλους της επιχείρησης) και της περ.στ’ (παροχή Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου σε στελέχη της επιχείρησης) της παρ.1 του άρθρου 45 του ΚΦΕ καθόσον στις περιπτώσεις αυτές δεν λαμβάνει χώρα καταβολή εισοδήματος.

 

• Στις αμοιβές του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ (καθαρές αμοιβές για υπερωριακή εργασία, επιχορηγήσεις, επιδόματα και κάθε άλλου είδους πρόσθετες αμοιβές ή παροχές, οι οποίες καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα και δεν συνεντέλλονται με τις τακτικές αποδοχές και για τις οποίες ορίζεται παρακράτηση ΦΜΥ με συντελεστή 20%).

 

• Στα εισοδήματα από ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή από ελευθέριο επάγγελμα για τα οποία συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις της παρ.2 του άρθρου 1 του νέου νόμου.

 

7. Με την ΠΟΛ.1246/7.12.2011 είχε διευκρινιστεί, ότι στις ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών που θα χορηγηθούν στους εργαζόμενους από τις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολήθηκαν ως μισθωτοί και θα αφορούν τα εισοδήματα της διαχειριστικής χρήσης του 2012, θα αναγραφούν σε ξεχωριστή στήλη, πέραν του παρακρατηθέντος και αναλογούντος ΦΜΥ, και τα ποσά που παρακρατήθηκαν σύμφωνα με τα ανωτέρω έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011. Βάσει των βεβαιώσεων αυτών, τα παρακρατηθέντα ποσά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 θα δηλωθούν επίσης στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που θα υποβάλλουν οι φορολογούμενοι στο οικονομικό έτος 2013 (διαχειριστική χρήση έτους 2012), προκειμένου να συμψηφιστούν με τα συνολικά οφειλόμενα ποσά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του ίδιου άρθρου και νόμου που προκύπτει από τα ετήσια συνολικά καθαρά ατομικά τους εισοδήματα του ίδιου έτους. Κατ’ ανάλογη εφαρμογή με τα ανωτέρω, στις ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών που θα χορηγηθούν στους εργαζόμενους από τις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολήθηκαν ως μισθωτοί και θα αφορούν τα εισοδήματα της διαχειριστικής χρήσης του 2013, θα αναγραφούν και τα ποσά που παρακρατήθηκαν έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011, ώστε να δηλωθούν από τους φορολογούμενους στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2014 (χρήση 2013) και να συμψηφισθούν με τα συνολικά οφειλόμενα ποσά της εν λόγω ειδικής εισφοράς που προκύπτει από τα ετήσια συνολικά καθαρά ατομικά τους εισοδήματα του ίδιου έτους.

 

III. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

 

α) Έστω ότι μισθωτός του Δημοσίου λαμβάνει για παράδειγμα καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.650 ευρώ (σταθερές για όλους τους μήνες του 2013). Ετήσιο καθαρό εισόδημα: 12*1.650=19.800 ευρώ

 

Ετήσιος φόρος (βάσει κλίμακας και βάσει των μειώσεων της παρ.2 του άρθρου 9): 4.356-2.100=2.256 ευρώ

Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης: 2.256*1,5%=33,84 ευρώ

 

Φόρος που πρέπει να παρακρατείται κάθε μήνα:2.256-33,84=2.222,16/12=185,18 ευρώ

 

Μηνιαία παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 

 

Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 12*1.650=19.800 (1%) 

Συνεπώς, 1.650*1 %=16,50 ευρώ

 

β) Έστω ότι μισθωτός του ιδιωτικού τομέα λαμβάνει για παράδειγμα καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.650 ευρώ (σταθερές για όλους τους μήνες του 2013), το Δεκέμβριο καθαρό δώρο Χριστουγέννων 1.650 ευρώ, τον Απρίλιο καθαρό δώρο Πάσχα 825 ευρώ και τον Ιούλιο καθαρό επίδομα αδείας 825 ευρώ. 

 

Ετήσιο καθαρό εισόδημα: 14*1.650=23.100 ευρώ

Ετήσιος φόρος (βάσει κλίμακας και βάσει των μειώσεων της παρ.2 του άρθρου 9): 5.082-1.900=3.182 ευρώ

 

Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης: 3.182*1,5%=47,73 ευρώ

 

Φόρος που πρέπει να παρακρατείται κάθε μήνα:3.182-47,73=3.134,27/14=223,88 ευρώ

 

Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του δώρου Χριστουγέννων:3.134,27/14=223,88 ευρώ

 

Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του δώρου Πάσχα:3.134,27/28=111,94 ευρώ

 

Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του επιδόματος αδείας:3.134,27/28=111,94 ευρώ

 

Ποσά που πρέπει να παρακρατηθούν έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 

Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 14*1.650=23.100 (2%) Συνεπώς:

 

Παρακράτηση κατά την καταβολή του μηνιαίου μισθού, 1,650*2%=33ευρώ 

Παρακράτηση κατά την καταβολή δώρου Χριστουγέννων, 1,650*2%=33ευρώ 

Παρακράτηση κατά την καταβολή δώρου Πάσχα,825*2%=16,50ευρώ 

Παρακράτηση κατά την καταβολή επιδόματος αδείας,825*2%=16,50 ευρώ

 

γ) Έστω ότι ο μισθωτός της προηγούμενης περίπτωσης (β) λαμβάνει κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2013 ένα έκτακτο εφάπαξ ποσό 3.000 ευρώ το οποίο συνεντέλλεται με τις τακτικές αποδοχές.

 

Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 14*1.650=23.100+3.000=26.100ευρώ

 

Ετήσιος φόρος (βάσει κλίμακας και βάσει των μειώσεων της παρ.2 του άρθρου 9): 5.852-1.600=4.252 ευρώ

 

Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης: 4.252*1,5%=63,78 ευρώ

 

Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί, πέραν της μηνιαίας παρακράτησης ΦΜΥ του μήνα Σεπτεμβρίου, κατά την καταβολή του έκτακτου εφάπαξ ποσού: 4.252-63,78=4.188,22-(223,88*14)=1.053,90 ευρώ

 

Ποσό έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 που πρέπει να παρακρατηθεί, πέραν της μηνιαίας παρακράτησης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του ίδιου άρθρου και νόμου του μήνα Σεπτεμβρίου, κατά την καταβολή του έκτακτου εφάπαξ ποσού

 

Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 14*1.650=23.100+3.000=26.100 (2%) 

Συνεπώς, 3.000*2%=60 ευρώ

 

Σημειώνεται ότι κατά τον υπολογισμό του παρακρατούμενου φόρου μισθωτών υπηρεσιών και της παρακράτησης έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011, τα ποσά που προκύπτουν θα στρογγυλοποιούνται στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο π.χ. αν προκύψει ποσό 14,3876 ευρώ θα παρακρατείται ποσό 14,39 ευρώ ή αν προκύψει ποσό 14,2237 θα παρακρατείται ποσό 14,22 ευρώ. Δηλαδή, ισχύει ο κανόνας στρογγυλοποίησης του κανονισμού 1103/97 της Ε.Ε.

 

Παρακαλούμε όπως η διαταγή αυτή, με τη φροντίδα των αρμόδιων υπηρεσιών και διευθύνσεων των Υπουργείων και των Νομαρχιών, να κοινοποιηθεί σε όλους τους εκκαθαριστές μισθοδοσίας, ώστε η παρακράτηση του φόρου και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 να γίνεται κανονικά από αυτούς.

 

 

 

 

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Γ. ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ

Πολ. 1006/09.01.2013 Η ζημία που υφίσταται επιχείρηση λόγω ληστείας ή κλοπής εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά της, κατά τη διαχειριστική περίοδο στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός.

Η ζημία που υφίσταται επιχείρηση λόγω ληστείας ή κλοπής εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά της, κατά τη διαχειριστική περίοδο στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός.

Υπ. Οικ. Πολ. 1006/09.01.2013

Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας διαβιβάζουμε συνημμένα την αριθ.524/2012 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. (Β’ Τμήμα), που έγινε αποδεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία, η ζημία που υφίσταται επιχείρηση, λόγω απώλειας περιουσιακού της στοιχείου, από ληστεία ή κλοπή, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου (χρήσης) κατά την οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον, κατά την κρίση της φορολογικής αρχής, η ζημία είναι οριστική, δηλαδή βέβαιη ως προς την ύπαρξη και εκκαθαρισμένη κατά ποσό.

Χειμερινές εκπτώσεις 2013 – ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Με αφορμή την επίσημη έναρξη των χειμερινών εκπτώσεων η ΕΣΕΕ δεχόμενη πολλά ερωτήματα από εμπόρους για το τι θα ισχύσει φέτος σε σχέση με πέρυσι και για ενδεχόμενη πρόωρη έναρξή τους, γνωστοποιεί ότι το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης για τον Αγορανομικό Κώδικα, που περιέχει αλλαγές στο καθεστώς των εκπτώσεων και προσφορών βρίσκεται ακόμη στο στάδιο του διαλόγου και δεν έχει νομοθετηθεί.

Ως εκ τούτου, για τις φετινές εκπτώσεις και με την επιφύλαξη ότι δεν θα προκύψει αιφνίδια νομοθετική ρύθμιση, θα ισχύσει κανονικά το γνωστό πλαίσιο του άρθρου 15 του ν. 802/1978, δηλαδή οι χειμερινές εκπτώσεις έτους 2013 θα αρχίσουν την Τρίτη, 15 Ιανουαρίου και θα λήξουν την Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου.

Ως προς την ειδικότερη διενέργεια των εκπτώσεων, οι συνάδελφοι πρέπει να προσέξουν τα εξής:

  1. Η αναγραφή διπλής τιμής, δηλαδή της παλαιάς (συνήθως διαγραμμένης) και της νέας τιμής των προϊόντων που πωλούνται με έκπτωση είναι υποχρεωτική στα εμφανή σημεία του καταστήματος και οπωσδήποτε στα σημεία όπου αυτά (τα προϊόντα) εκτίθενται.
  2. Η αναγραφή ποσοστού έκπτωσης δεν είναι υποχρεωτική και ανήκει στην διακριτική ευχέρεια της επιχείρησης εάν θα αναγράψει ποσοστό ή όχι. Σε περίπτωση που η επιχείρηση αναγράψει ποσοστό πρέπει να προσδιορίζεται ότι πρόκειται για έκπτωση (π.χ. «50% έκπτωση»).
  3. Η διενέργεια εκπτώσεων είναι στην διακριτική ευχέρεια της κάθε επιχείρησης.
  4. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην ακρίβεια των εκπτωτικών αναγγελιών προς τον πελάτη. Η κάθε παροχή πρέπει να ταυτίζεται και να ανταποκρίνεται προς την αναγγελία, οικονομικά, ποσοτικά και ποιοτικά.

Κατά τη διενέργεια των τακτικών εκπτώσεων, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή από τους συναδέλφους, γιατί οι κυρώσεις είναι βαρύτατες και δεν επιτρέπεται να επιβάλλονται λόγω λάθους.

Ειδικότερα:

Όσοι παραβαίνουν τις διατάξεις του νόμου διώκονται ποινικά και τιμωρούνται με φυλάκιση, ενώ, επιπλέον, τους επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι ποσού ίσου με το 0,5% του ετησίου κύκλου εργασιών που πραγματοποιούν, το οποίο, σε περίπτωση υποτροπής, μπορεί να αυξάνεται μέχρι το 3% του ετησίου κύκλου εργασιών της συγκεκριμένης επιχείρησης.

Αν οι εκπτώσεις είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές ως προς το ποσοστό τους ή ως προς την ποσότητα των προσφερόμενων με έκπτωση προϊόντων ή ενέχουν οποιασδήποτε μορφής απόκρυψη ή παραπλάνηση, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο χιλίων (1.000) μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητα της παράβασης.

Το εμπόριο στηρίζει τις ελπίδες του σε αυτές τις τακτικές εκπτώσεις, καθώς αποτελούν μία ανάσα μέσα στην βαθύτατη κρίση. Οφείλουμε, όμως, αφενός να διαφυλάσσουμε το θεσμό προς κάθε κατεύθυνση, αφετέρου να καταδείξουμε στο ευρύ κοινό ότι οι εμπορικές επιχειρήσεις, μέσα στην δύσκολη οικονομική συγκυρία, προσφέρουν την κατά το δυνατόν καλύτερη τιμολόγηση των προϊόντων τους μαζί με εγγυήσεις, σε αντίθεση με το παρεμπόριο, που πουλάει «φύκια για μεταξωτές κορδέλες» χωρίς καμία απολύτως διασφάλιση του καταναλωτή.

Ευελπιστούμε ότι οι εφετινές εκπτώσεις θα είναι μία παράταση της κίνησης της εορταστικής περιόδου έστω και με τον μειωμένο τζίρο του 2012, ενώ σύμφωνα με την πορεία του εμπορίου εκτιμάται ότι η μειωμένη κατανάλωση ης τάξης του 18% θα μας ακολουθήσει και κατά τη διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων του 2013. Καλούμε τους Έλληνες καταναλωτές να εμπιστευθούν τις ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες παλεύουν μέσα σε αντίξοες συνθήκες, να διατηρηθούν ανοικτές και να διατηρήσουν θέσεις εργασίας. Σε αυτή την προσπάθεια ας βρεθούμε όλοι μαζί.


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΩΝ ΕΚΠΤΩΣΕΩΝ


Ο θεσμός των εκπτώσεων αποτελεί διαχρονικά μια πραγματική «ανάσα» για την ελληνική αγορά, ιδίως σε περιόδους που οι παράγοντες της οικονομίας στην κυριολεξία «ασφυκτιούν» κάτω από την πίεση της εκάστοτε οικονομικής κρίσης. Δυστυχώς, ορισμένοι αδυνατούν να κατανοήσουν τη σημασία της εν λόγω διευθέτησης και ακόμη περισσότερο αρνούνται να αποδεχτούν τη λογική του χρονικού περιορισμού με τους όρους που αυτός υπάρχει έως και σήμερα.

Η ιστορική εξέλιξη του θεσμού μπορεί να εξηγήσει καλά, γιατί ο αυστηρός προσδιορισμός των εκπτωτικών περιόδων ήταν μια προοδευτική εξέλιξη που ακολούθησε την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Οι τακτικές εκπτώσεις πρωτοπαρουσιάστηκαν ως σταθερός θεσμός στην αγορά στην πρώτη 20ετία του 20ού αιώνα (θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά με το άρθρο 7 του Ν. 146/1914) και πραγματοποιούντο υπό όρους καθοριζόμενους πάντοτε με απόφαση του Υπουργού Αγορανομίας και Εμπορίου. Η παραβίαση των διατάξεων των εκπτώσεων θεωρείτο αγορανομική παράβαση, τιμωρούμενη σε βαθμό πλημμελήματος. Η πρώτη σημαντική μεταβολή έλαβε χώρα το 1959, οπότε και πλέον οι εκπτώσεις έλαβαν γενικό περιεχόμενο, καθοριζόμενο με Βασιλικό Διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Εμπορίου. Ο διαθέσιμος αριθμός των περιόδων εκπτώσεων δεν περιοριζόταν σε δύο (χειμώνα – καλοκαίρι) αλλά, δυνητικά, ήταν ελεύθερος, κατά την κρίση του Υπουργού. Το ίδιο ίσχυε επίσης για το χρόνο έναρξης και την διάρκεια των περιόδων εκπτώσεων, που ήταν συνήθως μηνιαίες. Μολαταύτα, στο αυστηρό πλαίσιο της στενής διατίμησης των προϊόντων και της παρεμβατικότητας του Υπουργείου Εμπορίου, η ελευθερία των επιχειρήσεων να πραγματοποιούν εκπτώσεις ήταν περιορισμένη και άκρως ελεγχόμενη από τις αγορανομικές υπηρεσίες.

Το 1978, ο θεσμός εισέρχεται στην σύγχρονη εποχή, όταν ρυθμίστηκε με το άρθρο 15 του Ν. 802/1978, το οποίο, συνεχώς τροποποιούμενο, ισχύει ως σημείο αναφοράς ακόμη και σήμερα. Κατά την εισαχθείσα διατύπωση της διάταξης αυτής εν έτει 1978, οι εκπτώσεις ρυθμίζονταν για την κάθε περίοδο με αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου ή -κατόπιν εξουσιοδότησης- του τοπικά αρμόδιου Νομάρχη. Ο αριθμός των περιόδων συνέχισε, δυνητικά, να είναι απεριόριστος και να έγκειται στην κάθε φορά κρίση του Υπουργού και των νομαρχών, ενώ η διάρκεια των εκπτώσεων ήταν αλλού μηνιαία και αλλού 20ήμερη, ανάλογα την περιοχή.

Η επόμενη τροποποίηση του άρθρου 12 του Ν. 1989/1991 άλλαξε δραματικά το τοπίο. Όρισε ως υπεύθυνους για τον καθορισμό των τακτικών εκπτώσεων τους Εμπορικούς Συλλόγους και περιόρισε τον αριθμό των περιόδων τακτικών εκπτώσεων σε δύο: Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου (χειμερινές) και Ιουλίου – Αυγούστου (θερινές). Ωστόσο, η διασταλτική ερμηνεία του νόμου, που επιβλήθηκε από τα πράγματα, σχετικά με το τι συνιστά Εμπορικό Σύλλογο δημιούργησε αναπόφευκτη σύγχυση για το ποιος καθορίζει τις εκπτώσεις, αλλά και στη διάρκεια τους με άλλοτε 20ήμερη, άλλοτε μηνιαία και άλλοτε 45νθήμερη.

Το θολό τοπίο ξεδιαλύνεται με τις τροποποιήσεις του άρθρου 10 του Ν. 2741/1999, παύει η αναρχία και οι εκπτώσεις καθορίζονται με απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (Τομέα Εμπορίου), ύστερα από πρόταση της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου, η οποία εγκαθιστά για πρώτη φορά περίπου το σημερινό σύστημα ημερομηνιών έναρξης και λήξης και την 45νθήμερη διάρκειά τους.

Έκτοτε, ο θεσμός ξαναβρήκε σιγά – σιγά την αξιοπιστία του. Με τις θετικές τροποποιήσεις του άρθρου 14 του Ν. 3377/2005 καταργήθηκαν οι υπουργικές αποφάσεις και οι ημερομηνίες διεξαγωγής έγιναν σταθερές. Ο επόμενος νόμος 3557/2007 εξειδίκευσε την απαιτούμενη περιπτωσιολογία (κυρίως εξαίρεσε από τις ρυθμίσεις του νόμου τις εκπτώσεις στα αυτοκίνητα) και καθόρισε το σημερινό πλαίσιο των χειμερινών – θερινών περιόδων, από 15 Ιανουαρίου έως 28 Φεβρουαρίου και από 15 Ιουλίου έως 31 Αυγούστου αντίστοιχα.

Η συνεισφορά των εκπτώσεων στη λειτουργία της ελληνικής αγοράς είναι πολλαπλή και θα πρέπει να αναλυθεί σε δύο αλληλοσυμπληρούμενα πεδία: το πρώτο πεδίο είναι το αμιγώς οικονομικό, στο βαθμό που η εν λόγω περίοδος δίνει τη δυνατότητα στους επιχειρηματίες να εξαντλήσουν τα υπόλοιπα της σεζόν και να μεταβούν με ομαλό τρόπο στην επόμενη. Από την πλευρά του ο καταναλωτής έχει περισσότερες δυνατότητες να πραγματοποιήσει αγορές με μικρότερο κόστος. Το δεύτερο πεδίο είναι το κοινωνικό/ψυχολογικό και αναφέρεται στη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των αγαθών και τη συνακόλουθη βελτίωση της ψυχολογίας επιχειρηματιών και καταναλωτών. Σε μια περίοδο που η κοινωνική συνοχή έχει διαρραγεί, είναι σημαντικό να διαμορφώνεται ένα θετικό κλίμα στην αγορά και να βγαίνει προς τα έξω η αποφασιστικότητα των επιχειρήσεων ότι θα παλέψουν με την στήριξη των πελατών για την οικονομική τους επιβίωση.

Για τους Έλληνες εμπόρους οι εκπτώσεις θα πρέπει να αφορούν μόνο στα άψυχα προϊόντα και όχι στα κοινωνικά αγαθά όπως η υγεία, η παιδεία και η αξιοπρέπεια. Δυστυχώς, όλοι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου μέρα με τη μέρα δεχόμαστε τη βαθμιαία συρρίκνωση του βιοτικού μας επιπέδου.
Λέμε λοιπόν ΝΑΙ στις εκπτώσεις των τιμών στην αγορά, αλλά οφείλουμε να πούμε ΟΧΙ στις εκπτώσεις της ζωής μας.

http://www.esee.gr/

ΠΟΛ.1004/4.1.2013 Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 της υποπαραγράφου Ε1 της παραγράφου Ε του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222) περί του «Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών

Ερμηνευτική ΚΦΑΣ
ΠΟΛ 1004/4.1.2012
Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ & ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (15η)

ΤΜΗΜΑΤΑ Α’- Β’

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10

Ταχ. Κωδ.: 101 84 Αθήνα

Τηλέφωνο:2103638389

2103610030

2103610065

ΠΟΛ 1004 /2012

Θέμα: Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 της υποπαραγράφου Ε1 της παραγράφου Ε του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222) περί του «Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών».

ΓΕΝΙΚΑ.

Όπως είναι γνωστό στο φύλλο εφημερίδας της Κυβέρνησης 222 (τεύχος Α’) με ημερομηνία 12/11/2012 δημοσιεύθηκε ο νόμος 4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222) «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016/ Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» με του οποίου τις διατάξεις που αναφέρονται στο θέμα, καταργείται ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992) όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, και αντικαθίσταται με τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (Κ.Φ.Α.Σ.).

Ήδη με την εγκύκλιο μας ΠΟΛ.1207/14.11.2012 κοινοποιήθηκαν οι ως άνω διατάξεις για την άμεση ενημέρωση των Υπηρεσιών και των φορέων των υπόχρεων σε εφαρμογή τους. Με την παρούσα εγκύκλιο παρέχονται οδηγίες και λεπτομερείς διευκρινίσεις για την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων όπως αυτές τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων του ν. 4046/2012 και του ν. 4093/2012 – ΦΕΚ Α’ 229/19-11-2012 (οι τροποποιήσεις αφορούν αποκλειστικά το άρθρο 6 του Κ.Φ.Α.Σ.).

Ειδικότερα διευκρινίζονται κατά άρθρο και παράγραφο τα ακόλουθα:

Άρθρο 1

Υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζονται τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. (πρώην επιτηδευματίες). Ειδικότερα:

Παράγραφος 1.

Υπόχρεα ημεδαπά πρόσωπα.

Με την παράγραφο αυτή ορίζονται ως υπόχρεοι:

• Το ημεδαπό πρόσωπο των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 2 του ν. 2238/1994 (ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, οι κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, οι αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρείες, οι συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες).

• Το ημεδαπό πρόσωπο των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 101 του ν. 2238/1994, ήτοι οι ανώνυμες εταιρείες, οι δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις, οι συνεταιρισμοί και οι ενώσεις τους, οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες και τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου συμπεριλαμβανομένων και των ιδρυμάτων. Τα τελευταία από τα ως άνω πρόσωπα εφαρμόζουν μερικώς τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ., όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της παρούσης.

• Η κοινοπραξία που διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 293 του ν. 4072/2012 (Φ.Ε.Κ. 86 Α711-4-2012). Στην εν λόγω κοινοπραξία μπορεί να συμμετέχει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ημεδαπό ή αλλοδαπό, υπόχρεο ή μη εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. και ο σκοπός της μπορεί να είναι η διενέργεια οποιασδήποτε εμπορικής πράξης, όχι απαραίτητα συγκεκριμένης και γενικά δεν απαιτείται η κάλυψη των προϋποθέσεων, που τίθεντο με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992). Για την εν λόγω κοινοπραξία εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 293 του πιο πάνω αναφερομένου νόμου (4072/2012), αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρεία. Σημειώνεται ότι κοινοπραξίες που είχαν συσταθεί με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) εξακολουθούν να ισχύουν.

• Οποιαδήποτε άλλη νομική οντότητα που συστήνεται με βάση ειδική διάταξη νόμου.

Τα παραπάνω αναφερόμενα πρόσωπα είναι υπόχρεα εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. για την δραστηριότητα που ασκούν στην Ελληνική Επικράτεια, από την άσκηση της οποίας αποβλέπουν στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική ή βιομηχανική ή γεωργική επιχείρηση ή από ελευθέρια επαγγέλματα ή από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση.

Παράγραφος 2.

Υπόχρεα αλλοδαπά πρόσωπα.

Με την παράγραφο αυτή ορίζονται ως υπόχρεοι:

• Κάθε αλλοδαπό πρόσωπο ανεξάρτητα από την μορφή του (δηλαδή φυσικό πρόσωπο, Ε.Π.Ε., Α.Ε., Ο.Ε., κ.λπ.)

• Οποιαδήποτε νομική οντότητα που συστήνεται με βάση ειδική διάταξη νόμου.

Τα πρόσωπα αυτά είναι υπόχρεα πλήρους εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ., εφόσον διαζευκτικά ή αθροιστικά:

α) αποκτούν πραγματική – φυσική εγκατάσταση στην Ελλάδα (όπως γραφείο, αποθήκη, κατάστημα, κ.λπ.)

β) αποβλέπουν στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική, βιομηχανική, γεωργική και από οποιαδήποτε επιχείρηση ή από ελευθέριο επάγγελμα και εκ του λόγου αυτού αποκτούν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, και

γ) ανεγείρουν ακίνητο κυριότητάς τους εντός της Ελληνικής επικράτειας ή πραγματοποιούν σε τέτοιο ακίνητο προσθήκες ή επεκτάσεις.

Σημειώνεται ότι το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα είναι μερικώς υπόχρεο εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. σύμφωνα και με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κώδικα αυτού.

Άρθρο 2

Τρόπος απεικόνισης συναλλαγών

Παράγραφος 1.

Οριοθέτηση περιεχομένου βιβλίων και στοιχείων.

Η διάταξη της παραγράφου αυτής είναι γενικού περιεχομένου και οριοθετεί γενικά το περιεχόμενο (δεδομένα) των βιβλίων και των στοιχείων, από το οποίο θα πρέπει να παρέχονται στον φορολογικό έλεγχο όλες οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση όλων των φορολογικών υποχρεώσεων του υπόχρεου σε απεικόνιση συναλλαγών.

Παράγραφος 2.

Γλώσσα και νόμισμα τήρησης βιβλίων και στοιχείων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 ορίζεται ότι, τα βιβλία και τα στοιχεία (κατ’ αρχήν) τηρούνται στην ελληνική γλώσσα και στο ελληνικό νόμισμα (ευρώ), εκτός εάν νομίμως επιτρέπεται η τήρησή τους κατά διάφορο τρόπο. Ειδικότερα, όσον αφορά τα φορολογικά στοιχεία, αυτά μπορεί να διατυπώνονται σε ξένη γλώσσα και νόμισμα για τις συναλλαγές με το εξωτερικό, ενώ για τις συναλλαγές εντός την ελληνικής επικράτειας επιτρέπεται η διατύπωσή τους σε ξένη γλώσσα και νόμισμα μόνο για τα τιμολόγια και τα στοιχεία που επέχουν θέση τιμολογίου, συνενωμένα ή μη με στοιχεία διακίνησης. Σε κάθε περίπτωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι το ποσό του οφειλόμενου φόρου να εκφράζεται στο εθνικό νόμισμα του κράτους-μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών με τη χρήση του μηχανισμού μετατροπής που προβλέπεται στο άρθρο 91 της Οδηγίας 2006/112/ΕΕ.

Σημειώνεται ότι, η φορολογική αρχή μπορεί, όταν κρίνει απαραίτητο για λόγους ελέγχου, να ζητά από ορισμένους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών ή σε ορισμένες περιπτώσεις, να μεταφραστούν τα στοιχεία που έχουν εκδοθεί σε ξένη γλώσσα και νόμισμα και να παραδοθούν σε αυτή εντός ευλόγου προθεσμίας που ορίζει η ίδια.

Παράγραφοι 3, 4, 6 και 8.

Δικαιολογητικά εγγραφών – Συγχώνευση βιβλίων και στοιχείων – Υποχρεώσεις χρήσης λογισμικού των επιχειρήσεων.

Οι διατάξεις των παραγράφων αυτών είναι αντίστοιχα ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις των άρθρων 18 (παρ. 2), 25 (παρ. 4), 19 (παρ. 4) και 23 (παρ. 2) περίπτωση β’ του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 5.

Ηλεκτρονικό τιμολόγιο – Έκδοση και λήψη αυτού – Διασφάλιση της αυθεντικότητας και ακεραιότητας του περιεχομένου των τιμολογίων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο οι διατάξεις των άρθρων 217, 232, 233 και 236 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2010/45/ΕΕ του Συμβουλίου, σχετικά με το κοινό σύστημα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας όσον αφορά τους κανόνες τιμολόγησης.

Ειδικότερα, ως προς τη δυνατότητα χρήσης ηλεκτρονικών τιμολογίων, διευκρινίζονται τα εξής:

Ηλεκτρονικό τιμολόγιο είναι το τιμολόγιο που εκδίδεται και λαμβάνεται σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική μορφή και περιλαμβάνει τις πληροφορίες που προβλέπονται από τις επιμέρους διατάξεις του παρόντος Κώδικα για τα έντυπα (χάρτινα) τιμολόγια (άρθρο 6 του Κ.Φ.Α.Σ.). Όσον αφορά τη μορφή του ηλεκτρονικού τιμολογίου, αυτό πρέπει να εκδίδεται και να παραλαμβάνεται σε οποιονδήποτε ηλεκτρονικό μορφότυπο, η επιλογή του οποίου αποφασίζεται από τον εκάστοτε υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών. Συνηθισμένοι μορφότυποι περιλαμβάνουν τιμολόγια ως δομημένα μηνύματα (όπως XML) ή άλλα είδη ηλεκτρονικών μορφότυπων (π.χ. ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με συνημμένο αρχείο PDF ή μια τηλεομοιοτυπία που λαμβάνεται σε ηλεκτρονική και όχι σε έντυπη μορφή).

Σημειώνεται ότι, όλα τα τιμολόγια που δημιουργούνται σε ηλεκτρονική μορφή δεν θεωρούνται ηλεκτρονικά τιμολόγια. Τα τιμολόγια που δημιουργούνται σε ηλεκτρονική μορφή (π.χ. μέσω λογιστικού λογισμικού ή μέσω λογισμικού επεξεργασίας κειμένου), τα οποία αποστέλλονται και λαμβάνονται σε έντυπη μορφή δεν είναι ηλεκτρονικά τιμολόγια. Από την άλλη πλευρά, τα τιμολόγια που δημιουργούνται σε έντυπη μορφή, σαρώνονται, αποστέλλονται και λαμβάνονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θεωρούνται ηλεκτρονικά τιμολόγια. Είναι επίσης δυνατή, η αποστολή και λήψη των ηλεκτρονικών τιμολογίων σε έναν μορφότυπο και η μετατροπή τους σε άλλον στη συνέχεια.

Το ηλεκτρονικό τιμολόγιο θεωρείται ότι εκδόθηκε όταν ο προμηθευτής ή ένα τρίτο μέρος που ενεργεί εκ μέρους του ή ο πελάτης, στην περίπτωση της αυτοτιμολόγησης, διαθέτει το τιμολόγιο ούτως ώστε να μπορεί να παραληφθεί από τον πελάτη. Αυτό σημαίνει ότι το ηλεκτρονικό τιμολόγιο μπορεί είτε να μεταβιβάζεται απευθείας στον πελάτη, π.χ. μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή ενός ασφαλούς συνδέσμου, ή έμμεσα μέσω ενός ή περισσότερων παρόχων υπηρεσιών, ή να διατίθεται και να είναι προσβάσιμο για τον πελάτη μέσω διαδικτυακής πύλης ή οποιασδήποτε άλλης μεθόδου.

Απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρήση του ηλεκτρονικού τιμολογίου είναι η αποδοχή του από τον αποκτώντα τα αγαθά ή τον λήπτη των υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση χρήσης ηλεκτρονικών τιμολογίων αποτελεί ζήτημα που προκύπτει αποκλειστικά από τη συμφωνία μεταξύ των συναλλασσομένων, χωρίς να ορίζεται συγκεκριμένος τύπος αυτής (π.χ. γραπτή συμφωνία, επίσημη ή ανεπίσημη, προφορική, σιωπηρή συμφωνία κ.λπ.).

Οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών οφείλουν να διασφαλίζουν την αυθεντικότητα της προέλευσης, την ακεραιότητα του περιεχομένου και την αναγνωσιμότητα των τιμολογίων που εκδίδουν ή λαμβάνουν ανεξάρτητα από την έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή τους, για το χρονικό διάστημα μεταξύ της έκδοσης και της λήξης της περιόδου φύλαξής τους.

Όσον αφορά τη διασφάλιση της αυθεντικότητας της προέλευσης, ο εκδότης πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίζει ότι το τιμολόγιο εκδόθηκε πράγματι από τον ίδιο ή στο όνομά του και εκ μέρους του, ενώ ο λήπτης πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίζει ότι το τιμολόγιο που ελήφθη προέρχεται από τον προμηθευτή ή τον εκδότη του τιμολογίου.

Αναφορικά με την ακεραιότητα του περιεχομένου, οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών (εκδότης και λήπτης τιμολογίων), μπορούν και οι δύο, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο θα εκπληρώσουν την εν λόγω υποχρέωση, ή μπορούν να συμφωνήσουν από κοινού, για παράδειγμα, μέσω μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας, όπως είναι η EDI ή οι προηγμένες ηλεκτρονικές υπογραφές, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο.

Τέλος όσον αφορά την υποχρέωση αναγνωσιμότητας του τιμολογίου πρέπει να διασφαλίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι για το χρονικό διάστημα από την έκδοση μέχρι τη λήξη της περιόδου φύλαξης, το περιεχόμενο του τιμολογίου είναι ευανάγνωστο, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, χωρίς να χρειάζεται υπερβολική εξέταση ή ερμηνεία, π.χ. μηνύματα EDI, XML και άλλα δομημένα μηνύματα στην αρχική τους μορφή δεν θεωρούνται αναγνώσιμα από τον ανθρώπινο παράγοντα, ενώ μετά από μια διαδικασία μετατροπής μπορεί να θεωρηθούν αναγνώσιμα.

Σημειώνεται ότι η αυθεντικότητα της προέλευσης και η ακεραιότητα του περιεχομένου ενός ηλεκτρονικού τιμολογίου μπορεί ενδεικτικά να διασφαλίζεται με τους εξής τρόπους:

• Προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή (π.δ. 150/2001 – ΦΕΚ Α’ 125).

• Ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων (EDI).

• Σήμανση με τη χρήση ειδικών ασφαλών διατάξεων σήμανσης του ν. 1809/1988 (ΦΕΚ Α’222).

Τα ανωτέρω ισχύουν αναλογικά και για τις συναλλαγές με ιδιώτες, για τις οποίες δύνανται να αποστέλλονται ηλεκτρονικά τα αντίτυπα των φορολογικών στοιχείων που προορίζονται για αυτούς, υπό τον όρο της αποδοχής του τρόπου αυτού αποστολής από τους λήπτες τους – ιδιώτες.

Παράγραφος 7.

Ενημέρωση των βιβλίων σε περίπτωση βλάβης του Η/Υ ή μη λειτουργίας του λογισμικού.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι σε περίπτωση βλάβης του Η/Υ ή γενικά μη λειτουργίας του λογισμικού παρατείνεται, χωρίς να απαιτείται η υποβολή γνωστοποίησης, η ενημέρωση όλων των βιβλίων, ημερολογίων και καταστάσεων που ορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, συμπεριλαμβανομένων και των καταστάσεων απογραφής καθώς και του λογαριασμού 94 που τηρείται κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 4 του Κώδικα αυτού. Δεν παρατείνεται η προθεσμία καταχώρισης των δεδομένων των συναλλαγών ορισμένων υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών (ιατροί, κέντρα αισθητικής, χώροι στάθμευσης, εκμεταλλευτές χώρων διαμονής ή φιλοξενίας κ.λπ.) που ορίζονται από την παράγραφο 23 του άρθρου 4. Έτσι σε περίπτωση βλάβης, οι εν λόγω υπόχρεοι θα πρέπει να καταχωρούν τα δεδομένα των συναλλαγών χειρόγραφα σε θεωρημένα έντυπα μέχρι την αποκατάσταση της βλάβης. Η παράταση αυτή, που ισχύει όσο χρόνο διαρκεί η βλάβη, δεν μπορεί να υπερβεί την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Τονίζεται ότι σε καμία περίπτωση λόγω της βλάβης και της ενημέρωσης των βιβλίων δεν παρατείνεται ο χρόνος υποβολής των κατά περίπτωση δηλώσεων φορολογικών αντικειμένων. Ειδικότερα, όσον αφορά την έκδοση των φορολογικών στοιχείων σε περίπτωση βλάβης του Η/Υ ή μη λειτουργίας του λογισμικού, αυτονόητο είναι ότι αυτή γίνεται με τη χρήση χειρόγραφων στελεχών, τα οποία είναι θεωρημένα μόνο για τα στοιχεία για τα οποία προβλέπεται η θεώρησή τους από τις επιμέρους διατάξεις του παρόντος Κώδικα (άρθρο 9).

Τέλος, τονίζεται ότι οι λοιπές δυνατότητες και υποχρεώσεις που τίθεντο με τις διατάξεις του άρθρου 18 του προϊσχύσαντος KB.Σ. (Π.Δ. 186/1992) αναφορικά με τον τρόπο απεικόνισης των συναλλαγών και εφόσον βέβαια δεν ορίζεται με τις διατάξεις άλλου άρθρου του Κ.Φ.Α.Σ., παύουν να ισχύουν (όπως ενιαία αρίθμηση βιβλίων και στοιχείων, τήρηση θεωρημένου βιβλίου κωδικής αρίθμησης κ.λπ.) Αυτονόητο είναι ότι οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών μπορούν να συνεχίσουν να εκδίδουν τα φορολογικά τους στοιχεία βάσει των όσων ορίζονταν με τις διατάξεις του άρθρου 18 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992) (π.χ. ενιαία αρίθμηση, χρήση σειρών, διόρθωση ή διαγραφή περιεχομένου στοιχείων, αντίτυπα στοιχείων, προσθήκη προαιρετικού περιεχομένου), προαιρετικά και εφόσον το επιθυμούν, χωρίς ωστόσο να ορίζεται η υποχρέωση αυτή από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

Άρθρο 3

Εξαιρέσεις – Απαλλαγές

Παράγραφος 1.

Υποχρεώσεις Δημοσίου και νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα κ.λπ.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζονται οι υποχρεώσεις εφαρμογής διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. των προσώπων που ορίζονται από αυτήν. Οι διατάξεις αυτές είναι όμοιες με τις αντίστοιχες διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 2.

Μη υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, οι μη υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών είναι φυσικά πρόσωπα (με εξαίρεση αυτούς που ασκούν ελευθέριο επάγγελμα κατονομαζόμενο στην παράγραφο 1 του 48 του ν. 2238/1994, όπως γιατροί, δικηγόροι, λογιστές, μηχανικοί κ.λπ.) και υπό τις ακόλουθες αθροιστικά προϋποθέσεις:

• Η ευκαιριακή άσκηση παρεπόμενης δραστηριότητας, πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών. Ως ευκαιριακή παρεπόμενη δραστηριότητα χαρακτηρίζεται η δραστηριότητα που ασκείται όχι κατά σύστημα και αποδεικνύεται από πραγματικά γεγονότα, τα οποία κρίνονται από τον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. Τέτοια πραγματικά γεγονότα αποτελούν ιδίως η συνέχεια ή μη της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, η ύπαρξη ιδιαίτερης επαγγελματικής εγκατάστασης, η ύπαρξη ιδιαίτερου εξοπλισμού και μηχανικών μέσων για την παροχή των υπηρεσιών αυτών και γενικότερα εάν η παροχή των υπηρεσιών αυτών έχει τα χαρακτηριστικά της οργανωμένης επιχείρησης.

• Ο αντισυμβαλλόμενος προς στον οποίο παρέχεται η υπηρεσία ή πωλούνται τα αγαθά πρέπει να είναι πρόσωπο που έχει υποχρέωση να εκδίδει στοιχείο προβλεπόμενο από τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. για τις πράξεις αυτές, δηλαδή πρόσωπο υπόχρεο του Κ.Φ.Α.Σ. ή πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κώδικα αυτού. Αυτός που έστω και ευκαιριακά παρέχει υπηρεσίες ή πωλεί αγαθά σε ιδιώτες είναι υπόχρεος του Κ.Φ.Α.Σ

Ο χαρακτηρισμός του πιο πάνω προσώπου ως μη υπόχρεου για τις εν λόγω ευκαιριακές πράξεις δεν συναρτάται από το ύψος της αμοιβής του ή από την αξία των πωλούμενων αγαθών.

Τονίζεται ότι λαμβανομένου υπόψη ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στον χαρακτηρισμό προσώπου ως μη υπόχρεου, δεν καταλαμβάνει το φυσικό πρόσωπο που ήδη είναι υπόχρεο εφαρμογής του Κ.Φ.Α.Σ. και παράλληλα ευκαιριακά παρέχει άλλες υπηρεσίες ή πωλεί άλλα αγαθά.

Αλλά πρόσωπα μη υπόχρεα εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. είναι:

α) Ο αγρότης του ειδικού καθεστώτος των διατάξεων των άρθρων 41 και 42 του Φ.Π.Α. και το εισόδημά του από την άσκηση της δραστηριότητάς του αυτής προσδιορίζεται στη Φορολογία Εισοδήματος με αντικειμενικό τρόπο. Έτσι υπόχρεοι εφαρμογής είναι ο αγρότης:

αα) του κανονικού καθεστώτος συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προαιρετικά επέλεξαν το καθεστώς αυτό

αβ) αυτός που πωλεί τα αγαθά του στη λαϊκή αγορά και μόνο για την πώληση αυτή

β) ο συγγραφέας και ο εισηγητής δημόσιος ή ιδιωτικός υπάλληλος ή συνταξιούχος, εφόσον βέβαια δεν είναι υπόχρεος εφαρμογής του Κ.Φ.Α.Σ. για άλλη δραστηριότητα.

Νέοι υπόχρεοι εφαρμογής του Κ.Φ.Α.Σ.

Με τις διατάξεις Κ.Φ.Α.Σ. είναι υπόχρεοι εφαρμογής του ορισμένα πρόσωπα που με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Κ.Β.Σ. δεν χαρακτηρίζονταν ως επιτηδευματίες. Τα πρόσωπα αυτά είναι:

α) Το φυσικό πρόσωπο που συστηματικά παρέχει υπηρεσίες σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ.) και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν. 2859/2000 (Φ.Ε.Κ. 248 Α’) δεν θεωρείται ότι ασκεί δραστηριότητα υπαγόμενη στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας

β) Το φυσικό πρόσωπο που συνδέεται με σχέση μίσθωσης έργου με φορέα εκτέλεσης ερευνητικού έργου το οποίο χρηματοδοτείται ή επιχορηγείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον το εισόδημά του φορολογείται στη Ζ1 πηγή. Εάν φορολογείται στη Ζ3 πηγή τότε μπορεί να εφαρμόζονται οι διατάξεις της προαναφερόμενης παραγράφου 2, εφόσον καλύπτονται οι προϋποθέσεις που ορίζονται από αυτές.

γ) Οι παραπάνω αναφερόμενοι αγρότες. Τα παραπάνω πρόσωπα που από 1/1/2013 είναι υπόχρεα, για πρώτη φορά, εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. πρέπει κατ’ αρχήν να υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών. Για τη διευκόλυνση των υπόχρεων αυτών η δήλωση έναρξης εργασιών στο τμήμα μητρώου μπορεί να υποβληθεί εμπρόθεσμα μέχρι τον χρόνο έκδοσης του πρώτου φορολογικού στοιχείου προς τον αντισυμβαλλόμενο και όχι πέραν του χρόνου υποβολής της δήλωσης Φ.Π.Α.

Παράγραφος 3.

Απαλλασσόμενοι από την τήρηση βιβλίων.

Απαλλάσσονται από την τήρηση βιβλίων και την έκδοση αποδείξεων λιανικής μόνο τα φυσικά πρόσωπα, των οποίων τα ακαθάριστα έσοδα από την πώληση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο δεν υπερέβησαν τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Τα πρόσωπα αυτά που είναι υπόχρεα εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. έχουν όλες τις λοιπές υποχρεώσεις που τίθενται από τις διατάξεις του.

Εξαιρούνται από την απαλλαγή αυτή:

• Ο ασκών ελευθέριο επάγγελμα.

• Αυτός που πραγματοποιεί ακαθάριστα έσοδα κατά ποσοστό άνω του 60% από την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών σε άλλο υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών, σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 και σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α.

• Αυτός που εξάγει τα αγαθά του ανεξαρτήτως ποσοστού.

• Τα πρόσωπα της παραγράφου 23 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Α.Σ (εκμεταλλευτής χώρου διαμονής η φιλοξενίας, εκπαιδευτηρίου, κλινικής ή θεραπευτηρίου, κέντρου αισθητικής, γυμναστηρίου, χώρου στάθμευσης, γιατροί και οδοντίατροι όλων των ειδικοτήτων).

Νέα πρόσωπα απαλλασσόμενα από την τήρηση βιβλίων

Στην απαλλαγή εμπίπτουν πλέον και τα φυσικά πρόσωπα που με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Κ.Β.Σ. εξαιρούντο της απαλλαγής από την τήρηση βιβλίων, εφόσον βέβαια τα έσοδά τους είναι κάτω των 10.000 ευρώ και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις. Τα πρόσωπα αυτά είναι:

• Ο υπόχρεος (πρώην επιτηδευματίας) που με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του προϊσχύοντος κώδικα τηρούσε πρόσθετο βιβλίο και με τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. δεν έχει υποχρέωση να τηρεί τις πληροφορίες της παραγράφου 23 του άρθρου 4 του κώδικα αυτού. Τέτοια πρόσωπα είναι ο εκπαιδευτής οδηγών αυτοκινήτων, ο επισκευαστής ηλεκτρικών ή ηλεκτρονικών συσκευών, ο εκμεταλλευτής αποθηκευτικού χώρου, ο ασκών παραϊατρικό επάγγελμα κ.λπ.

• Ο υπόχρεος που παρέχει υπηρεσίες από επαγγελματική εγκατάσταση.

• Ο υπόχρεος που παρέχει υπηρεσίες επισκευής ή συντήρησης τεχνικών έργων ή μη.

Παράγραφος 4 και 5.

Μετασχηματισμός επιχειρήσεων. Έξοδα πρώτης εγκατάστασης.

Οι διατάξεις των παραγράφων αυτών είναι όμοιες με τις αντίστοιχες διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 4 και της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του προϊσχύοντος Κώδικα.

Άρθρο 4

Τήρηση Απλογραφικών ή Διπλογραφικών βιβλίων

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζεται, από 1/1/2013, η ένταξη των υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, σε τήρηση απλογραφικών (Β’ κατηγορίας) ή διπλογραφικών βιβλίων (Γ’ κατηγορίας), ο τρόπος τήρησης των βιβλίων αυτών, καθώς και ο χρόνος ενημέρωσής τους.

Παράγραφοι 2 έως 6.

Ένταξη σε κατηγορία τήρησης βιβλίων (απλογραφικά ή διπλογραφικά).

Με τις διατάξεις των παραγράφων αυτών οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών εντάσσονται, από 1/1/2013, σε δύο κατηγορίες βιβλίων (απλογραφικά ή διπλογραφικά). Κριτήρια για την ένταξη αυτή αποτελούν η μορφή της επιχείρησης, το αντικείμενο των εργασιών και το ύψος των ακαθαρίστων εσόδων. Ειδικότερα :

Παράγραφος 2.

Ειδική ένταξη στην τήρηση διπλογραφικών βιβλίων (Γ’ κατηγορίας).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής περιορίζονται σημαντικά οι κατηγορίες των υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσονται υποχρεωτικά από την έναρξη των εργασιών τους στην τήρηση διπλογραφικών βιβλίων (Γ’ κατηγορίας).

Πλέον στην τήρηση βιβλίων Γ’ κατηγορίας εντάσσονται υποχρεωτικά από την έναρξη των εργασιών τους και ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθαρίστων εσόδων τους μόνο οι ημεδαπές και αλλοδαπές ανώνυμες και περιορισμένης ευθύνης εταιρίες καθώς και οι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες.

Έτσι από 1/1/2013 παύουν να έχουν ειδική ένταξη σε τήρηση βιβλίων Γ κατηγορίας και εντάσσονται πλέον σε κατηγορία τήρησης βιβλίων με βάσει τα ακαθάριστα έσοδά τους (για τη Γ’ κατηγορία άνω του 1.500.000 ευρώ):

α) τα πρόσωπα των περιπτώσεων β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών ή την κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών έργων, καθώς και οι κοινοπραξίες που έχουν το ίδιο αντικείμενο εργασιών, στις οποίες συμμετέχει ένα τουλάχιστον από τα παραπάνω πρόσωπα του άρθρου 101 του ν. 2238/1994, ή Α.Ε. ή Ε.Π.Ε.

β) οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, οι κοινωνίες αστικού δικαίου και οι αστικές εταιρείες που ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών, στις οποίες συμμετέχει τουλάχιστον ένα από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του Κ.Φ.Ε.

γ) οι κοινοπραξίες στις οποίες εισφέρεται η κατασκευή τμήματος ή ολόκληρου δημόσιου ή ιδιωτικού τεχνικού έργου από τις κοινοπραξίες της παραπάνω περίπτωσης α’.

Όσα από τα πρόσωπα αυτά ακολουθούν διαχειριστική περίοδο που λήγει μετά την 1/1/2013 (π.χ. 30/6/2013) θα συνεχίσουν να τηρούν βιβλία Γ κατηγορίας μέχρι τη λήξη της διαχειριστικής τους περιόδου και από 1/7/2013 θα ενταχθούν σε τήρηση βιβλίων με βάσει τα ακαθάριστα έσοδα της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου (π.χ. 1/7/2012 έως 30/6/2013). Αυτονόητο είναι ότι εάν ενταχθούν σε τήρηση απλογραφικών βιβλίων η διαχειριστική τους περίοδος θα λήξει 31/12/2013.

Εξαίρεση από την ειδική ένταξη στην τήρηση διπλογραφικών βιβλίων.

Εξαιρούνται από την υποχρέωση τήρησης διπλογραφικών βιβλίων και έχουν τη δυνατότητα να τηρούν απλογραφικά βιβλία τα παρακάτω πρόσωπα:

α) οι αλλοδαπές γενικά επιχειρήσεις των α.ν. 89/1967 (ΦΕΚ Α’ 132) και 378/1968 (ΦΕΚ Α’82).

β) τα υποκαταστήματα των αλλοδαπών αεροπορικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα και απαλλάσσονται από τη φορολογία εισοδήματος με τον όρο της αμοιβαιότητας.

γ) οι αλλοδαπές Α.Ε. και Ε.Π.Ε. που δεν έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, και ανεγείρουν ακίνητο κυριότητά τους εντός της Ελλάδας ή πραγματοποιούν σε τέτοιο ακίνητο προσθήκες ή επεκτάσεις.

Την εξαίρεση αυτή οι παραπάνω υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών των περιπτώσεων α’ και β’ την είχαν και με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992).

Διευκρινίζεται ότι οι αλλοδαπές Α.Ε. και Ε.Π.Ε. που έχουν πραγματική- φυσική εγκατάσταση στην Ελλάδα (γραφείο, αποθήκη, κ.λπ.) και όχι μόνιμη εγκατάσταση και τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας με απόφαση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. σύμφωνα με τις καταργούμενες διατάξεις της περίπτωσης Γ της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), από 1/1/2013 εντάσσονται σε τήρηση διπλογραφικών βιβλίων και οι σχετικές αποφάσεις του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. παύουν να ισχύουν.

Παράγραφος 3.

Ειδική ένταξη στην τήρηση απλογραφικών βιβλίων (Β’ κατηγορίας).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, εντάσσονται πλέον στην τήρηση απλογραφικών βιβλίων (Β’ κατηγορίας), από την έναρξη των εργασιών τους και ανεξάρτητα από το ύψος των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων τους, με εξαίρεση τους υπόχρεους εκείνους που εντάσσονται στην τήρηση διπλογραφικών βιβλίων σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού (Α.Ε., Ε.Π.Ε., Ι.Κ.Ε.), οι πιο κάτω υπόχρεοι:

α) ο πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών.

β) ο πρατηριούχος χονδρικής πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων. Όποιος από τους παραπάνω υπόχρεους διατηρεί και άλλο κλάδο πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, δηλαδή ασκεί και άλλες δραστηριότητες, τότε εντάσσεται, για όλες του τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβανόμενης και εκείνης για την οποία έχει ειδική ένταξη στην τήρηση απλογραφικών βιβλίων, στην κατηγορία βιβλίων που αντιστοιχεί στο σύνολο των ετήσιων ακαθαρίστων εσόδων του από τις δραστηριότητες αυτές.

γ) ο εκμεταλλευτής πλοίου δεύτερης κατηγορίας του άρθρου 3 του ν. 27/1975.

δ) ο πρατηριούχος υγρών καυσίμων για την εμπορία βενζίνης και πετρελαίου. Διευκρινίζεται ότι, δεδομένου ότι το υγραέριο διατίθεται ως καύσιμο από τα πρατήρια καυσίμων με τον ίδιο τρόπο όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης, η εμπορία υγραερίου από τα εν λόγω πρατήρια δεν θεωρείται ως άλλη δραστηριότητα για την ένταξη σε κατηγορία βιβλίων.

ε) ο πωλητής πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) θέρμανσης. Όποιος από τους παραπάνω υπόχρεους των περιπτώσεων γ’, δ’ και ε’ διατηρεί και άλλο κλάδο πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, για την ένταξη σε κατηγορία βιβλίων του κλάδου αυτού κρίνεται αυτοτελώς, με βάσει τα ακαθάριστα έσοδά του.

στ) ο νέος υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών κατά την έναρξη των εργασιών του.

Τονίζεται ότι ο εν λόγω υπόχρεος εντάσσεται σε απλογραφικά βιβλία μόνο κατά την έναρξη των εργασιών του και στη συνέχεια εντάσσεται σε κατηγορία τήρησης βιβλίων με βάση το ύψος των ακαθαρίστων εσόδων του της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου.

ζ) τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 (Δημόσιο, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα πρόσωπα κ.λπ.) σε περίπτωση υποχρέωσης τήρησης διπλογραφικών βιβλίων.

Σημειώνεται ότι η ειδική ένταξη στη τήρηση απλογραφικών βιβλίων των προαναφερομένων κατηγοριών υπόχρεων, ίσχυε και με τις προηγούμενες διατάξεις.

Κατηγορίες υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών που με τις προηγούμενες διατάξεις είχαν ειδική ένταξη στη Β’ κατηγορία βιβλίων και από 1/1/2013 εντάσσονται σε κατηγορία βιβλίων με τις γενικές διατάξεις.

Από 1/1/2013 παύουν να έχουν ειδική ένταξη στη Β’ κατηγορία βιβλίων και εντάσσονται πλέον σε κατηγορία βιβλίων με τις γενικές διατάξεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, δηλαδή με βάση τα ακαθάριστα έσοδά τους κατά την προηγούμενη διαχειριστική τους περίοδο, οι παρακάτω κατηγορίες υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών:

– ο εκμεταλλευτής περιπτέρου

– ο πωλητής οπωρολαχανικών, νωπών αλιευμάτων και λοιπών αγροτικών προϊόντων αποκλειστικά στις κινητές λαϊκές αγορές ή πλανοδίως

– ο εκμεταλλευτής κινητής καντίνας

Παράγραφος 4.

Ένταξη σε κατηγορία βιβλίων με βάση τα ακαθάριστα έσοδα.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής εντάσσονται στην κατηγορία βιβλίων που αντιστοιχεί στα ετήσια ακαθάριστα έσοδά τους, οι υπόλοιποι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εκτός εκείνων δηλαδή για τα οποία προβλέπεται ειδική ένταξη με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

Παράγραφος 5.

Όρια ένταξης σε κατηγορία βιβλίων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζονται τα όρια των ακαθαρίστων εσόδων για την ένταξη σε τήρηση απλογραφικών ή διπλογραφικών βιβλίων, τα οποία ίσχυαν και με τις προηγούμενες διατάξεις και είναι:

Απλογραφικά βιβλία (Β’ κατηγορίας) μέχρι και 1.500.000 ευρώ

Διπλογραφικά βιβλία (Γ’ κατηγορίας) πάνω από 1.500.000 ευρώ

Παράγραφος 6.

Προαιρετική τήρηση βιβλίων ανώτερης κατηγορίας.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι ίδιες με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 4 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφοι 7 έως 12.

Τήρηση Διπλογραφικών βιβλίων (Γ’ κατηγορίας).

Με τις διατάξεις των παραγράφων αυτών ορίζεται το είδος των βιβλίων που πρέπει να τηρεί ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσεται σε τήρηση διπλογραφικών βιβλίων, ο τρόπος τήρησης αυτών καθώς και ο χρόνος ενημέρωσής τους. Ειδικότερα:

Παράγραφος 7.

Τήρηση λογιστικών βιβλίων με την διπλογραφική μέθοδο.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι ίδιες με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Επισημαίνεται μόνο ότι τα λογιστικά βιβλία (ημερολόγια και καθολικά), είναι αθεώρητα, ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησής τους, χειρόγραφα ή μηχανογραφικά. Επί μηχανογραφικής δε τήρησης αυτών δεν υπάρχει πλέον υποχρέωση τήρησης θεωρημένου ισοζυγίου λογαριασμών Γενικού – Αναλυτικών Καθολικών.

Έτσι, για το μήνα Ιανουάριο 2013 δεν θα εκτυπωθεί ισοζύγιο λογαριασμών Γενικού Αναλυτικών Καθολικών, ενώ θα εκτυπωθεί για το μήνα Δεκέμβριο του 2012, καθώς και για τις τακτοποιητικές εγγραφές κλεισίματος της χρήσης που λήγει μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2012.

Χρόνος ενημέρωσης των λογιστικών βιβλίων.

Με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 12 του άρθρου αυτού, ορίζεται ο χρόνος ενημέρωσης των λογιστικών βιβλίων (ημερόλογια, καθολικά) Έτσι από 1/1/2013 τα ημερόλογια ενημερώνονται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα και όχι πέραν από την προθεσμία υποβολής δήλωσης Φ.Π.Α. και τα καθολικά (γενικό και αναλυτικά) μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα ανεξαρτήτως του χρόνου υποβολής της δήλωσης Φ.Π.Α.

Παράγραφος 8.

Περιεχόμενο διπλογραφικών βιβλίων. Τήρηση ημερολογίων- καθολικών.

Ο υπόχρεος διπλογραφικών βιβλίων τηρεί τα ημερολόγια και καθολικά της Γενικής Λογιστικής σύμφωνα με τις αρχές του Ε.Γ.Λ.Σ. ως προς τη δομή, την ονοματολογία και το περιεχόμενο των πρωτοβάθμιων, των δευτεροβάθμιων λογαριασμών και των υπογραμμισμένων τριτοβάθμιων λογαριασμών, χωρίς να έχει υποχρέωση να τηρεί ημερολόγιο αναλυτικής λογιστικής και τους λογαριασμούς της 9, με εξαίρεση τον λογαριασμό 94 όπως αναλύεται παρακάτω. Για τον υπόχρεο που εφαρμόζει τα Δ.Λ.Π. ισχύουν παράλληλα και οι διατάξεις των παραγράφων 13 και 14 του άρθρου αυτού και ειδικότερες διατάξεις που επιβάλουν την τήρηση κλαδικών λογιστικών σχεδίων κατισχύουν των διατάξεων του Ε.Γ.Λ.Σ.

Τήρηση λογαριασμού 94.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, θεσπίζεται υποχρέωση τήρησης του λογαριασμού 94 από τον υπόχρεο που τηρεί διπλογραφικά βιβλία και τα ακαθάριστα έσοδά του από την πώληση εμπορευμάτων που καταχωρούνται σύμφωνα με το Ε.Γ.Λ.Σ. στο λογαριασμό 70 και τα έσοδα από την πώληση προϊόντων που καταχωρούνται στο λογαριασμό 71 υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 ευρώ ανά λογαριασμό. Ο υπόχρεος κρίνεται για την υποχρέωση αυτή στην αρχή της εκάστοτε διαχειριστικής περιόδου με βάση τα έσοδα της προηγούμενης χρήσης και κρίνεται αυτοτελώς για την υποχρέωση αυτή ανά λογαριασμό (κλάδος εμπορίας και επεξεργασίας). Ο υπόχρεος τήρησης του λογαριασμού 94 όταν σε κάποια διαχειριστική περίοδο δεν υπερβαίνει το όριο τήρησης του ποσού των 5.000.000 ευρώ για ένα λογαριασμό (κλάδο εμπορίας ή επεξεργασίας) σταματά την τήρησή του από την επόμενη διαχειριστική περίοδο για τα αγαθά του λογαριασμού αυτού.

Σημειώνεται ότι η υποχρέωση αυτή αφορά όλους τους υπόχρεους ανεξάρτητα από την υποχρέωση ή μη εφαρμογής της ομάδας 9 ή την απαλλαγή τους από αυτή.

Επίσης σημειώνεται ότι κατά πάγια θέση της Διοίκησης τα ακαθάριστα έσοδα από τη συμπτωματική πώληση πρώτων υλών προσαυξάνουν τυχόν άλλα έσοδα του κλάδου εμπορίας για την τήρηση του βιβλίου αποθήκης.

Χρόνος έναρξης ισχύος.

Η υποχρέωση τήρησης του λογαριασμού 94 αρχίζει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Κ.Φ.Α.Σ. από 1/1/2013. Έτσι ο υπόχρεος που η διαχειριστική του περίοδος λήγει την 31/12/2012 τηρεί τον λογαριασμό αυτόν από 1/1/2013, εφόσον βέβαια τα ακαθάριστα έσοδά του υπερέβησαν το ποσό των 5.000.000 ευρώ την προηγούμενη χρήση. Εάν η διαχειριστική του περίοδος αρχίζει μετά την ημερομηνία αυτή (1/1/2013), υποχρέωση τήρησης του λογαριασμού 94 από 1/1/2013 (ενδιάμεσα της χρήσης), έχει μόνο ο υπόχρεος ο οποίος την 31/12/2012 τηρούσε το βιβλίο αποθήκης, ο οποίος θα συνεχίσει από 1/1/2013 και μέχρι τη λήξη της διαχειριστικής του περιόδου, να τηρεί το βιβλίο αποθήκης ως υπολογαριασμό του 94 με το περιεχόμενο και στον χρόνο που αναφέρεται στην επόμενη παράγραφο και χωρίς βέβαια την υποχρέωση εγγραφής των δεδομένων του σε θεωρημένο οπτικό δίσκο. Εάν την 31/12/2012 δεν τηρεί βιβλίο αποθήκης τότε για την υποχρέωση τήρησης του λογαριασμού 94 θα κριθεί από την έναρξη της επόμενης διαχειριστικής περιόδου που αρχίζει εντός του έτους 2013 με βάση τα ακαθάριστα έσοδα της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου.

Τρόπος τήρησης του λογαριασμού 94.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 4 ο λογαριασμός 94 τηρείται εξωλογιστικά, χωρίς δηλαδή την διενέργεια των σχετικών ημερολογιακών εγγραφών της ομάδας 9. Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης τηρείται στο τελευταίο όριο ανάλυσής του που είναι η μερίδα αποθήκης, όπως αναφέρεται στην περίπτωση 3 της παραγράφου 5.215 του Ε.Γ.Λ.Σ.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και με βάση και τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις 3, 4, 5 και 7 της παραπάνω παραγράφου του Ε.Γ.Λ.Σ. οι υπολογαριασμοί τηρούνται όπως και το βιβλίο αποθήκης. Ειδικότερα:

α) Οι υπολογαριασμοί τηρούνται σε μερίδες κατ’ είδος, ποσότητα και αξία για τα ίδια αγαθά κατά την εισαγωγή και εξαγωγή, για τις αγορές και τις πωλήσεις και κατ’ είδος και ποσότητα για τις διακινήσεις των ίδιων αγαθών εντός ή εκτός εγκαταστάσεων. Για τις εγγραφές των εσωτερικών διακινήσεων πρώτων υλών, προϊόντων και υποπροϊόντων δεν εκδίδεται δελτίο εσωτερικής διακίνησης αλλά λογιστικό σημείωμα που αποτελεί το δικαιολογητικό εγγραφής στους υπολογαριασμούς του 94. Ο λογαριασμός 94 τηρείται για τα εμπορεύματα, τα έτοιμα προϊόντα, τα υποπροϊόντα και τις πρώτες ύλες. Για τα αγαθά των τρίτων δεν απαιτείται να τηρούνται υπολογαριασμοί του λογαριασμού 94, όπως ίσχυε με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992).

Το είδος για την τήρηση των υπολογαριασμών του 94 περιγράφεται με τα ποιοτικά και τεχνικά χαρακτηριστικά που το διακρίνουν στις εμπορικές συναλλαγές. Για τα εξατομικευμένα αγαθά που παράγονται κατόπιν παραγγελίας του πελάτη, είδος είναι η λαμβανόμενη παραγγελία. Αντί της περιγραφής του είδους μπορεί να χρησιμοποιούνται κωδικοί αριθμοί εφόσον βέβαια καλύπτονται οι απαιτήσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2, πρέπει δηλαδή να δίνεται στον έλεγχο αντιστοίχιση κωδικού αριθμού και περιγραφής του είδους.

β) Ο λογαριασμός 94 τηρείται σε μερίδες ανά αποθηκευτικό χώρο (έδρα, υποκατάστημα, αποθηκευτικό χώρο και ανά τρίτο). Οι εγκαταστάσεις που στεγάζονται στον ίδιο ή σε συνεχόμενο κτιριακό χώρο λογίζονται ως μία εγκατάσταση για την τήρηση των υπολογαριασμών του 94.

Οι μερίδες αυτές τηρούνται στην έδρα χωρίς να υπάρχει υποχρέωση τήρησής τους και στην εγκατάσταση που αφορούν.

γ) Ο λογαριασμός 94 ενημερώνεται ανά παραστατικό αγοράς, πώλησης και διακίνησης. Όμως δεδομένου ότι με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου αυτού τα λογιστικά βιβλία μπορεί να ενημερώνονται συγκεντρωτικά με τα στοιχεία εσόδου, αναλόγως και οι υπολογαριασμοί του 94 μπορεί να ενημερώνονται με μια συγκεντρωτική ημερήσια εγγραφή κατά ποσότητα και αξία κατά την εξαγωγή, με τα στοιχεία εσόδου και τα σχετικά εκδιδόμενα δελτία αποστολής, με την προϋπόθεση ότι όταν ζητηθεί θα δίνεται άμεσα στον έλεγχο ανάλυση των καταχωρίσεων αυτών ανά παραστατικό.

Χρόνος ενημέρωσης των υπολογαριασμών του 94.

Ο λογαριασμός 94 ενημερώνεται με τα παραστατικά κατά ποσότητα και αξία για τις αγορές και τις πωλήσεις στον χρόνο ενημέρωσης των ημερολογίων δηλαδή μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα και όχι αργότερα από την προθεσμία υποβολής της δήλωσης Φ.Π.Α. Το κόστος παραχθέντων και πωληθέντων καθώς και το κόστος των αναλωθέντων υλών τίθενται στο χρόνο προσδιορισμού του αποτελέσματος, δηλαδή άπαξ του έτους και μέχρι την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, όταν δεν τηρείται η ομάδα 9 ή τηρείται αυτή σε ετήσια βάση.

Λοιπές επισημάνσεις.

Συνέχιση τήρησης του βιβλίου αποθήκης.

Οι επιχειρήσεις που τηρούσαν το βιβλίο αποθήκης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του προϊσχύοντος Κώδικα θα συνεχίσουν την τήρησή του από 1/1/2013 (εφόσον βέβαια υπάρχει σχετική υποχρέωση) με τον τρόπο που το τηρούσαν συμπεριλαμβανομένης και της μη τήρησης ιδιαίτερων μερίδων για τις βοηθητικές ύλες και τα υλικά συσκευασίας, τα οποία παρακολουθούνται συγκεντρωτικά σε λογαριασμούς αξίας.

Αποφάσεις ρύθμισης υποχρέωσης τήρησης βιβλίου αποθήκης.

Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Α.Σ., οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων (Κ.Ε.Λ.Β.), της Επιτροπής Λογιστικών Αμφισβητήσεων (Ε.Λ.Α.) και της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων (Ε.Λ.Β.) μπορούν να εφαρμόζονται αναλόγως από τους υπόχρεους, για την τήρηση των υπολογαριασμών του 94 και για όσο χρόνο ορίζεται από αυτές. Ακόμη σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 14, εξακολουθούν να ισχύουν Αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών με τις οποίες είχε ρυθμιστεί ο τρόπος τήρησης του βιβλίου αποθήκης για συγκεκριμένες κατηγορίες επιτηδευματιών (όπως, επιχειρήσεις τύπου, ιχθυοτροφεία, λιανοπωλήτριες επιχειρήσεις. Η απόφαση που αφορά τις λιανοπωλήτριες επιχειρήσεις μπορεί να εφαρμόζεται και από τις επιχειρήσεις των Σούπερ – Μάρκετ και λοιπές λιανοπωλήτριες επιχειρήσεις).

Βιβλίο παραγωγής κοστολογίου και τεχνικών προδιαγραφών.

Τονίζεται ότι από 1/1/2013 δεν υφίσταται υποχρέωση τήρησης βιβλίου παραγωγής κοστολογίου και τεχνικών προδιαγραφών από τους υπόχρεους τήρησης του λογαριασμού 94. Έτσι από την ημερομηνία αυτή και μετά όλοι οι υπόχρεοι ανεξάρτητα του χρόνου λήξης της διαχειριστικής τους περιόδου σταματούν την τήρηση των βιβλίων αυτών. Όμως με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Κώδικα αυτού πρέπει να δίνονται στον έλεγχο όλα τα δεδομένα προσδιορισμού του κόστους παραγωγής όταν ζητηθούν από αυτόν.

Τήρηση του λογαριασμού 94 από νέους υπόχρεους και λοιπές περιπτώσεις.

Ως γνωστό, με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 8 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992) απαλλάσσονταν μερικά ή ολικά από την τήρηση βιβλίου αποθήκης κατηγορίες επιτηδευματιών. Οι υπόχρεοι αυτοί θα υποχρεωθούν σε τήρηση του λογαριασμού 94 από την διαχειριστική περίοδο που αρχίζει από 1/1/2013 και μετά, εφόσον βέβαια τα έσοδά τους υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 ευρώ κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο.

Οι παραπάνω υπόχρεοι λόγω του περιορισμένου χρόνου προετοιμασίας τήρησης του λογαριασμού 94 είναι δυνατόν για την διαχειριστική περίοδο που αρχίζει εντός του 2013 να ενημερώσουν μέχρι την προθεσμία κλεισίματος του ισολογισμού της εν λόγω διαχειριστικής περιόδου, τους υπολογαριασμούς του 94 αναλυτικά ή συγκεντρωτικά κατά την εισαγωγή κατά ποσότητα και αξία και κατά την εξαγωγή κατά ποσότητα με βάση την απογραφή. Η παραπάνω δυνατότητα αναλόγως ισχύει και για τον υπόχρεο ο οποίος κατά την διαχειριστική περίοδο που αρχίζει εντός του 2013 δεν είχε υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αποθήκης (ξεπέρασε για μια φορά το όριο) και με τις νέες διατάξεις έχει υποχρέωση τήρησης του λογαριασμού 94.

Τρόπος τήρησης του λογαριασμού 94 (χειρόγραφα ή μηχανογραφικά).

Τα δεδομένα του λογαριασμού 94 αποτυπώνονται-εκτυπώνονται σε αθεώρητα χειρόγραφα ή μηχανογραφικά έντυπα. Τα δεδομένα του μπορεί να μην εκτυπώνονται και να φυλάσσονται σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης, εφόσον δίνονται άμεσα στον έλεγχο όταν ζητηθούν από αυτόν.

Σημειώνεται ότι οι επιχειρήσεις που τηρούν ήδη βιβλίο αποθήκης θα εγγράψουν τα δεδομένα του μήνα Δεκεμβρίου 2012 και τα δεδομένα των τακτοποιητικών εγγραφών της χρήσης που λήγει εντός του 2012 (13η εγγραφή) σε θεωρημένο οπτικό δίσκο ή σε θεωρημένα χειρόγραφα έντυπα.

Παράγραφος 9.

Καταχώριση με μια συγκεντρωτική εγγραφή των εσόδων και ορισμένων εξόδων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ο τρόπος καταχώρησης των εσόδων και ορισμένων εξόδων (μέχρι του ποσού των 150 ευρώ έκαστο) στα διπλογραφικά βιβλία, όπως ίσχυε και με τις προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 7 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και καθιερώνεται για πρώτη φορά δυνατότητα συγκεντρωτικής καταχώρησης, με μία εγγραφή, των ημερήσιων ακαθαρίστων εσόδων, ανεξαρτήτως είδους και σειράς στοιχείων, με την προϋπόθεση ότι όταν ζητηθεί από τον έλεγχο να δίνεται άμεσα κατάσταση με ανάλυση των εσόδων αυτών για κάθε ένα είδος και σειρά στοιχείων που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα με αναγραφή του πρώτου και τελευταίου αριθμού ή του αύξοντα αριθμού του ημερήσιου δελτίου «Ζ» κατά περίπτωση. Η δυνατότητα αυτή ισχύει και για τα απλογραφικά βιβλία.

Παράγραφος 10.

Τήρηση μητρώου παγίων και βιβλίου απογραφών.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ο πιο πάνω υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, εκτός των βιβλίων που ορίζονται στην παράγραφο 7 υποχρεούται να τηρεί Μητρώο παγίων περιουσιακών στοιχείων και βιβλίο Απογραφών.

Σημειώνεται ότι τα βιβλία αυτά τηρούνται αθεώρητα, ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησής τους, χειρόγραφα ή μηχανογραφικά.

Μητρώο παγίων περιουσιακών στοιχείων.

Οι διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής είναι ίδιες με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Το εν λόγω βιβλίο το οποίο τηρείται αθεώρητο, όπως και με τις προϊσχύουσες διατάξεις, ενημερώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου, μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού.

Βιβλίο Απογραφών-Αποτίμηση αποθεμάτων.

Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής ορίζεται ότι ο πιο πάνω υπόχρεος, ο οποίος τηρεί διπλογραφικά βιβλία, τηρεί βιβλίο απογραφών στο οποίο καταγράφει και αποτιμά ύστερα από καταμέτρηση όλα τα στοιχεία της επαγγελματικής του περιουσίας που βρίσκονται στην κατοχή του κατά τη λήξη της διαχειριστικής του περιόδου.

Για την αποτίμηση των στοιχείων της απογραφής εφαρμόζονται οι κανόνες αποτίμησης που ορίζονται από το Ε.Γ.Λ.Σ., επιφυλασσομένων άλλων ειδικότερων σχετικών διατάξεων όπως του ν. 2190/1920. Σημειώνεται ότι οι διατάξεις αυτές δεν θέτουν περιορισμό για την αλλαγή της μεθόδου αποτίμησης, επιφυλασσομένων όμως άλλων ειδικότερων σχετικών διατάξεων όπως του ν. 2190/1920.

Διευκρινίζεται ότι οι σχετικές αποφάσεις της Ε.Λ.Β. που αφορούν αλλαγή μεθόδου αποτίμησης εξακολουθούν να ισχύουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των μεταβατικών διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του παρόντος Κώδικα.

Όσον αφορά τον τρόπο αποτίμησης των μενόντων αποθεμάτων όταν τα λογιστικά βιβλία τηρούνται σύμφωνα με τα Δ.Λ.Π. οι σχετικές διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής είναι ίδιες με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Τρόπος τήρησης βιβλίου απογραφών.

Τα αποθέματα καταγράφονται στο βιβλίο απογραφών, ή σε απλότυπες καταστάσεις, διακεκριμένα για κάθε αποθηκευτικό χώρο.

Τα πιο πάνω δεδομένα των αποθεμάτων του υποκαταστήματος ή του αποθηκευτικού χώρου πρέπει να δίνονται άμεσα από την έδρα στον έλεγχο που διενεργείται στην εγκατάσταση που αφορούν.

Σημειώνεται ότι τα αποθέματα όλων των αποθηκευτικών χώρων που βρίσκονται στο ίδιο ή σε συνεχόμενο κτιριακό χώρο με την έδρα ή άλλο υποκατάστημα ή άλλο αποθηκευτικό χώρο δύνανται να καταχωρούνται ενιαία στο βιβλίο απογραφών ή στις καταστάσεις απογραφής.

Διευκρινίζεται ότι δεν τηρούνται διπλότυπες πλέον καταστάσεις απογραφής για τα υποκαταστήματα και τους αποθηκευτικούς χώρους που βρίσκονται σε απόσταση πάνω από 50 χιλιόμετρα από την έδρα. Επίσης ότι δεν υπάρχει πλέον υποχρέωση καταγραφής της ποσοτικής καταμέτρησης των αποθεμάτων σε θεωρημένα έντυπα ή CD-ROM. Έτσι λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις αυτές ισχύουν από 1/1/2013 η ποσοτική καταγραφή των αποθεμάτων των χρήσεων που λήγουν μέχρι τις 31/12/2012 θα γίνει στα θεωρημένα έντυπα (βιβλίο απογραφών, καταστάσεις απογραφής).

Χρόνος ενημέρωσης.

Η ποσοτική καταχώρηση των αποθεμάτων στο βιβλίο απογραφών, το οποίο τηρείται αθεώρητο, ή σε καταστάσεις απογραφής, οι οποίες επίσης είναι αθεώρητες, διενεργείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου, μέχρι την 20η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου. Σύμφωνα δε με τις ίδιες διατάξεις, η αξία των αποθεμάτων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων καθώς και το κλείσιμο του ισολογισμού καταχωρούνται στο βιβλίο απογραφών μέχρι την εμπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Αποθέματα τρίτων υπόχρεων.

Με τις νέες διατάξεις, στο βιβλίο απογραφών καταχωρούνται πλέον μόνο τα αποθέματα και όχι όλα τα περιουσιακά στοιχεία κυριότητας άλλου υπόχρεου, όπως ίσχυε με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 27 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), που βρίσκονται στις εγκαταστάσεις του κατά τη λήξη της διαχειριστικής του περιόδου, εφόσον βέβαια τα δεδομένα τους δεν προκύπτουν από άλλα βιβλία.

Καταχώρηση λοιπών στοιχείων απογραφής.

Όσον αφορά την καταχώρηση στο εν λόγω βιβλίο των λοιπών στοιχείων (πάγια, έπιπλα και σκεύη, λοιπά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού) οι σχετικές διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής είναι ίδιες με τις προϊσχύουσες διατάξεις των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 27 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Τέλος, όσον αφορά την καταχώρηση στο βιβλίο απογραφών, του ισολογισμού, του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης, του πίνακα διάθεσης αποτελεσμάτων, της κατάστασης του λογαριασμού γενικής εκμετάλλευσης και των πινάκων που ορίζονται από τις περιπτώσεις Α’ και Γ’ της παραγράφου 14 του παρόντος άρθρου, οι σχετικές διατάξεις της περίπτωσης ε’ της υποπαραγράφου αυτής, δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Απογραφή έναρξης.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις αρχές της λογιστικής επιστήμης (Ε.Γ.Λ.Σ.) ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, ο οποίος πρόκειται να τηρήσει για πρώτη φορά υποχρεωτικά ή προαιρετικά διπλογραφικά βιβλία, συντάσσει απογραφή έναρξης στις προαναφερόμενες προθεσμίες, που ισχύουν για την απογραφή λήξης.

Μη υποχρέωση τήρησης Διοικητικών και Διαχειριστικών βιβλίων από Α.Ε. και Ε.Π.Ε.

Από 1/1/2013 καταργείται η υποχρέωση τήρησης διοικητικών και διαχειριστικών βιβλίων από τις Α.Ε. και Ε.Π.Ε. Έτσι από την ημερομηνία αυτή παύουν να τηρούν, οι Α.Ε. βιβλία πρακτικών γενικών συνελεύσεων των μετόχων, βιβλίο πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου και βιβλίο μετόχων και οι Ε.Π.Ε. βιβλίο πρακτικών συνελεύσεων και βιβλίων πρακτικών διαχείρισης.

Παράγραφος 11.

Ηλεκτρονικός φάκελος ελέγχου.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής καθιερώνεται, από 1/1/2013, υποχρέωση τήρησης ηλεκτρονικού φακέλου από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί διπλογραφικά βιβλία. Στο φάκελο αυτό, ο οποίος ενημερώνεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, αποθηκεύονται, ανά χρήση, τα δεδομένα που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές, τα οποία τηρούνται μηχανογραφικά. Εάν ορισμένα από τα οριζόμενα με τις διατάξεις αυτές βιβλία, καταστάσεις, ή οι πληροφορίες της παραγράφου 23 του άρθρου αυτού, τηρούνται χειρόγραφα, τότε τα δεδομένα αυτών δεν αποθηκεύονται στο φάκελο αυτό. Ο ηλεκτρονικός φάκελος δεν υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ., και τα δεδομένα του δίνονται άμεσα στον έλεγχο όταν ζητηθούν από αυτόν.

Παράγραφος 12.

Χρόνος ενημέρωσης των διπλογραφικών βιβλίων.

Με διατάξεις της παραγράφου αυτής καθορίζεται ο χρόνος ενημέρωσης των διπλογραφικών βιβλίων όπως ειδικότερα αναφέρεται στις προηγούμενες παραγράφους.

Παράγραφοι 13 και 14.

Υποχρεώσεις υπόχρεων που τηρούν τα βιβλία τους σύμφωνα με τα Δ.Λ.Π.

Οι διατάξεις των παραγράφων αυτών με τις οποίες ορίζονται οι υποχρεώσεις του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών που συντάσσει τις οικονομικές του καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π., είναι ίδιες με τις προϊσχύουσες διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 7 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 15.

Υποχρεώσεις υποκαταστημάτων με αυτοτελή ή εξηρτημένη λογιστική.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι ίδιες με τις προϊσχύουσες σχετικές διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Κ.Β.Σ. και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Σημειώνεται ότι τα δεδομένα των βιβλίων των υποκαταστημάτων που δεν εξάγουν αυτοτελές αποτέλεσμα μπορεί να ενσωματώνονται αντί στα βιβλία της έδρας, στα βιβλία άλλου υποκαταστήματος που εξάγει αυτοτελές αποτέλεσμα και σχετίζονται με αυτό. Αυτονόητο είναι ότι τα δεδομένα αυτά εμφανίζονται διακεκριμένα από τα δεδομένα του υποκαταστήματος αυτού.

Παράγραφοι 16 έως 20.

Τήρηση απλογραφικών βιβλίων.

Με τις διατάξεις των παραγράφων αυτών ορίζονται τα βιβλία που τηρούνται από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσεται σε τήρηση απλογραφικών βιβλίων, το περιεχόμενο αυτών καθώς και ο χρόνος ενημέρωσής τους. Ειδικότερα:

Παράγραφος 16.

Τήρηση βιβλίου εσόδων – εξόδων και βιβλίου απογραφών.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ο πιο πάνω υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, υποχρεούται να τηρεί:

α) Βιβλίο εσόδων-εξόδων

β) Βιβλίο απογραφών ή καταστάσεις απογραφής, εφόσον τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του από τη πώληση αγαθών ξεπέρασαν το όριο του ποσού 150.000 ευρώ.

Σημειώνεται ότι για την υποχρέωση ή μη σύνταξης απογραφής τα έσοδα της πρώτης διαχειριστικής περιόδου, δεν ανάγονται σε ετήσια βάση.

Διευκρινίζεται ότι οι σχετικές αποφάσεις περί απαλλαγής ορισμένων υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών της Β’ κατηγορίας από την τήρηση βιβλίου απογραφών και κατάρτισης απογραφής κατά την 31/12, εξακολουθούν να ισχύουν.

Διευκρινίζεται ακόμη ότι τα δεδομένα των πιο πάνω βιβλίων τηρούνται σε αθεώρητα έντυπα, ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησής τους, χειρόγραφα ή μηχανογραφικά και όταν τηρούνται μηχανογραφικά μπορεί απλώς να αποθηκεύονται σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα και δίνονται άμεσα στον έλεγχο όταν ζητηθούν. Με τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. δεν ορίζεται υποχρέωση από 1/1/2013 τήρησης μηνιαίας κατάστασης βιβλίου εσόδων-εξόδων επί μηχανογραφικής τήρησής του, όμως θα εκτυπωθεί θεωρημένη μηνιαία κατάσταση εσόδων – εξόδων για το Δεκέμβριο του 2012.

Παράγραφος 17.

Περιεχόμενο βιβλίου εσόδων – εξόδων.

Στο βιβλίο εσόδων-εξόδων, ο εν λόγω υπόχρεος, καταχωρεί σε ξεχωριστές στήλες:

α) το είδος του δικαιολογητικού αγορών και εξόδων, τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία έκδοσης ή λήψης του, καθώς και το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία του εκδότη.

β) τα ακαθάριστα έσοδα ξεχωριστά, από την πώληση εμπορευμάτων, προϊόντων, πρώτων και βοηθητικών υλών, υλικών συσκευασίας, από την παροχή υπηρεσίας και από λοιπές πράξεις.

γ) τις αγορές αγαθών, διακεκριμένα και ανάλογα με τον προορισμό τους για μεταπώληση ή παραγωγή προϊόντων, τις δαπάνες λήψης υπηρεσιών, τα γενικά έξοδα και λοιπές πράξεις.

δ) την αξία αγοράς και πώλησης των παγίων στοιχείων,

ε) το Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί στις πιο πάνω πράξεις,

στ) τις αυτοπαραδόσεις αγαθών ή την ιδιοχρησιμοποίηση υπηρεσιών,

ζ) τα έσοδα και έξοδα για λογαριασμό τρίτου που αφορούν πράξεις για τις οποίες εκδίδονται εκκαθαρίσεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 6 του παρόντος.

η) τις επιστροφές και τις εκπτώσεις που γίνονται με ιδιαίτερο στοιχείο επί των πιο πάνω πράξεων, οι οποίες καταχωρούνται αφαιρετικά από τις αντίστοιχες στήλες.

Σημειώνεται ότι με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), τα δεδομένα των περιπτώσεων δ’, στ’ και ζ’, καταχωρούντο σε ιδιαίτερο χώρο του βιβλίου εσόδων-εξόδων, ενώ με τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. καταχωρούνται σε ιδιαίτερες στήλες.

Επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει πλέον υποχρέωση καταχώρησης σε ιδιαίτερο χώρο του εν λόγω βιβλίου των καταθέσεων και των αναλήψεων κεφαλαίων, των δανείων που χορηγούνται και λαμβάνονται καθώς και των εισπράξεων ή καταβολών που γίνονται για μερική ή ολική εξόφλησή τους.

Για τις ανάγκες του Φ.Π.Α. το ποσό κάθε πράξης των περιπτώσεων β’, γ’, δ’ και στ’ αναλύεται στο χρόνο ενημέρωσης, όπως αυτός ορίζεται παρακάτω στην παράγραφο 18, σε ιδιαίτερες στήλες του τηρούμενου βιβλίου ή σε καταστάσεις.

Παράγραφος 18.

Χρόνος ενημέρωσης του βιβλίου εσόδων – εξόδων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ο χρόνος ενημέρωσης του βιβλίου εσόδων εξόδων, ο οποίος συνδέεται πλέον με τον χρόνο υποβολής της δήλωσης Φ.Π.Α. Έτσι από 1/1/2013 η ενημέρωση του βιβλίου αυτού γίνεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα κάθε ημερολογιακού τριμήνου και όχι πέρα του χρόνου υποβολής της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α.

Επιπλέον, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους, καταχωρείται για τις ανάγκες της φορολογίας εισοδήματος, συγκεντρωτικά και όχι ανά παραστατικό, ανάλυση των προαναφερομένων στην παράγραφο 17 δεδομένων.

Όσον αφορά την καταχώρηση στοιχείων αγοράς αγαθών που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της χρήσης ή στο τέλος αυτής χωρίς να έχουν παραληφθεί τα αγαθά, οι σχετικές διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι ίδιες με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 19.

Καταχώρηση σε ιδιαίτερο χώρο των πάγιων περιουσιακών στοιχείων.

Η καταχώρηση σε ιδιαίτερο χώρο του βιβλίου εσόδων-εξόδων ή σε καταστάσεις των δεδομένων που ορίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής και αφορούν τα πάγια, γίνεται για τον υπολογισμό των αποσβέσεων μέχρι τη προθεσμία της εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Παράγραφος 20.

Βιβλίο απογραφών. Τρόπος τήρησης.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ρητά πλέον ότι στο βιβλίο απογραφών ή σε απλότυπες καταστάσεις απογραφής, τα οποία τηρούνται αθεώρητα, ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, που τηρεί απλογραφικά βιβλία, καταχωρεί, τα εμπορεύματα, τα προϊόντα, τα ημιέτοιμα προϊόντα, τις Α’ και Β’ ύλες και τα υλικά συσκευασίας, που ανήκουν στην κυριότητά του και βρίσκονται στις εγκαταστάσεις του, ή σε εγκαταστάσεις τρίτων, κατά την 31/12 κάθε έτους.

Επίσης ορίζεται ρητά η υποχρέωση καταγραφής διακεκριμένα στο βιβλίο απογραφών της έδρας ή σε απλότυπες καταστάσεις, των αποθεμάτων του υποκαταστήματος ή του αποθηκευτικού χώρου, ανεξάρτητα του τόπου που αυτά βρίσκονται.

Δεν υπάρχει πλέον υποχρέωση καταχώρησης σε διπλότυπες καταστάσεις, της ποσοτικής καταγραφής των αποθεμάτων των εγκαταστάσεων που βρίσκονται σε απόσταση άνω των 50 χιλιομέτρων από την έδρα. Όπως προαναφέρεται και στη παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου, εγκαταστάσεις που στεγάζονται στον ίδιο ή σε συνεχόμενο κτιριακό χώρο, αντιμετωπίζονται ως μια εγκατάσταση για την απογραφή.

Οι διατάξεις αυτές ισχύουν από 1/1/2013 και συνεπώς η απογραφή της 31/12/2012 θα καταχωρηθεί σε θεωρημένα έντυπα (βιβλίο απογραφών, διπλότυπες καταστάσεις απογραφής, μηναία κατάσταση βιβλίου εσόδων- εξόδων κ.λπ.).

Χρόνος ενημέρωσης.

Η ποσοτική καταχώρηση των αποθεμάτων στο βιβλίο απογραφών, το οποίο τηρείται αθεώρητο, ή σε καταστάσεις απογραφής, οι οποίες επίσης είναι αθεώρητες, ή σε οποιοδήποτε άλλο έντυπο, διενεργείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, μέχρι την 20η Φεβρουαρίου του επόμενου έτους. Σύμφωνα δε με τις ίδιες διατάξεις, η αξία των αποθεμάτων αυτών καταχωρείται στο βιβλίο απογραφών μέχρι την εμπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Παράγραφος 21.

Καταχώριση με μια συγκεντρωτική εγγραφή των εσόδων και ορισμένων εξόδων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ο τρόπος καταχώρησης των εσόδων και ορισμένων εξόδων (μέχρι του ποσού των 150 ευρώ έκαστο) στο βιβλίο εσόδων – εξόδων και καθιερώνεται νέα δυνατότητα συγκεντρωτικής καταχώρησης, με μία εγγραφή, των ημερήσιων ακαθαρίστων εσόδων, ανεξαρτήτως είδους και σειράς στοιχείων, με την προϋπόθεση που τίθεται στις διατάξεις αυτές.

Σημειώνεται ότι τη δυνατότητα αυτή την έχει και ο υπόχρεος που τηρεί διπλογραφικά βιβλία, όπως προαναφέρεται στην παράγραφο 9 του άρθρου 4 της παρούσης.

Παράγραφος 22.

Βιβλία υποκαταστήματος.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων. Παράγραφος 23.

Πρόσθετες υποχρεώσεις ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, οι οποίες ισχύουν από 1/1 έως 31/12/2013, θεσπίζεται υποχρέωση παροχής ασφαλών πληροφοριών για τις συναλλαγές ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων που τηρούν (Β’ ή Γ’).

Δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να διασφαλίζουν τις συναλλαγές των εν λόγω προσώπων, προκειμένου να είναι εφικτή η επαλήθευση αυτών από το φορολογικό έλεγχο, πληροφορίες όπως τα στοιχεία του αντισυμβαλλόμενου, συμφωνούμενο ποσό, αμοιβή, χρόνος έναρξης και λήξης της παροχής, περιγραφή αυτής κλπ., είναι απαραίτητες, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Κατηγορίες υπόχρεων που υπάγονται στις διατάξεις αυτές.

Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει τους πιο κάτω υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών:

– τον εκμεταλλευτή χώρου διαμονής ή φιλοξενίας,

– τον εκμεταλλευτή εκπαιδευτηρίου,

– τον εκμεταλλευτή κλινικής ή θεραπευτηρίου,

– τον εκμεταλλευτή κέντρου αισθητικής,

– τον εκμεταλλευτή γυμναστηρίου,

– τον εκμεταλλευτή χώρων στάθμευσης

– τους γιατρούς και οδοντίατρους. Διευκρινίζεται ότι η υποχρέωση αυτή δεν καταλαμβάνει τους κτηνίατρους.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, διευκρινίζονται τα παρακάτω:

Εκμεταλλευτής χώρου διαμονής ή φιλοξενίας, θεωρείται ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, ο οποίος παρέχει υπηρεσίες διαμονής ή φιλοξενίας όπως ο οίκος ευγηρίας, το ξενοδοχείο, ο ξενώνας, τα επιπλωμένα διαμερίσματα και οικίες, ο εκμεταλλευτής κάμπινγκ, κ.λπ.

Εκμεταλλευτής εκπαιδευτηρίου, θεωρείται ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, ο οποίος παρέχει υπηρεσίες εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης, δηλαδή σχολές, σχολεία, νηπιαγωγεία, εργαστήρια ελευθέρων σπουδών, φροντιστήρια, σχολές χορού, κ.λπ. Δεν περιλαμβάνονται οι παιδικοί σταθμοί και οι σχολές οδηγών για τη θεωρητική κατάρτιση των εκπαιδευομένων οδηγών.

Εκμεταλλευτής κλινικής ή θεραπευτηρίου, θεωρείται ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, ο οποίος έχει πάρει σχετική άδεια από το αρμόδιο υπουργείο. Διευκρινίζεται ότι ο εν λόγω υπόχρεος πρέπει να καταχωρεί τις πληροφορίες εκείνες που σχετίζονται με τις δικές του συναλλαγές και όχι με τις συναλλαγές των εξωτερικών γιατρών που συνεργάζεται.

Εκμεταλλευτής κέντρου αισθητικής, θεωρείται ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, ο οποίος παρέχει υπηρεσίες καλλωπισμού και γενικά περιποίησης σώματος και άκρων, όπως κέντρα αδυνατίσματος, μεταβολισμού, καλλωπισμού, παροχής συμβουλών διαίτης, αδυνατίσματος και παρακολούθησης βάρους, πεντικιούρ-μανικιούρ κ.λπ. Δεν περιλαμβάνονται τα κομμωτήρια.

Εκμεταλλευτής γυμναστηρίου, θεωρείται ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, ο οποίος παρέχει υπηρεσίες εκγύμνασης που σχετίζονται με τον καλλωπισμό και γενικά με την περιποίηση του σώματος, όπως απλή γυμναστική, αερόμπικ, body building, κ.λπ.

Εκμεταλλευτής χώρων στάθμευσης. Περιλαμβάνονται οι υπόχρεοι οι οποίοι εκμεταλλεύονται χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων, μοτοσυκλετών, μοτοποδηλάτων (όχι ποδηλάτων) και σκαφών θαλάσσης.

Χρόνος καταχώρισης.

Δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 6 το στοιχείο εκδίδεται με την ολοκλήρωση της παροχής υπηρεσίας, η καταχώρηση των πληροφοριών αυτών στα χειρόγραφα θεωρημένα έντυπα ή η ασφαλής εισαγωγή αυτών, επί μηχανογραφικής τήρησης, μέσω Η/Υ, με τη χρήση ειδικών ασφαλών φορολογικών διατάξεων σήμανσης του Ν. 1809/1988 (ΦΕΚ 222 Α’), γίνεται με την έναρξη της παροχής υπηρεσίας, με εξαίρεση το χρόνο λήξης της παροχής, ο οποίος μπορεί να καταχωρείται με την ολοκλήρωση αυτής.

Στην περίπτωση που το στοιχείο εκδίδεται αμέσως (με την έναρξη της παροχής υπηρεσίας) δεν απαιτείται η καταχώρηση των πληροφοριών αυτών.

Διευκρινίζεται ότι από 1/1/2013 καταργούνται τα πρόσθετα βιβλία που προβλέπονταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 καθώς και το βιβλίο επενδύσεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 10 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992). Επίσης, από την ημερομηνία αυτή καταργείται η υποχρέωση τήρησης του βιβλίου προσωρινής εναπόθεσης, το οποίο ορίζεται από την Α.Υ.Ο. 1041614/324/ΠΟΛ 1100/4-4-1995.

Τα ήδη θεωρημένα έντυπα, χειρόγραφα ή μηχανογραφικά, τα οποία χρησιμοποιούνται ως πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) μπορεί να χρησιμοποιηθούν και για την καταχώριση των απαιτούμενων πληροφοριών, μέχρι την εξάντλησή τους, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Τα έντυπα καταχώρισης των πληροφοριών αυτών θεωρούνται στη Δ.Ο.Υ. με κωδικό TAXIS «332» και με περιγραφή «ΕΝΤΥΠΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΠΑΡ. 23 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4».

Άρθρο 5

Δελτίο Αποστολής

Παράγραφοι 1, 2 και 3.

Περιπτώσεις έκδοσης Δελτίου Αποστολής – Υπόχρεοι σε έκδοση.

Οι διατάξεις των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 είναι αντίστοιχα όμοιου περιεχομένου με τις διατάξεις των περιπτώσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Οι διατάξεις της περίπτωσης γ’, επίσης της παραγράφου 1, ορίζουν ότι δελτίο αποστολής εκδίδεται επί διακίνησης αγαθών μεταξύ των εγκαταστάσεων του επιτηδευματία.

Η ουσιώδης μεταβολή που επέρχεται με τις νέες αυτές διατάξεις, συνίσταται στην απάλειψη του δικαιώματος μόνο του αρμόδιου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. να εγκρίνει τη μη έκδοση Δελτίου Αποστολής ή την έκδοσή του κατά διαφορετικό τρόπο, για το οποίο γίνεται πλέον αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 11 του Κ.Φ.Α.Σ., όπου το σχετικό δικαίωμα το έχει πλέον ο αρμόδιος οικονομικός επιθεωρητής μετά από εισήγηση του αρμόδιου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ.

Με την περίπτωση δ’, επίσης της παραγράφου 1, ορίζεται ότι οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών εκδίδουν δελτίο αποστολής όταν παραλαμβάνουν εμπορεύσιμα ή πάγια αγαθά από οποιονδήποτε τρίτο, για αγορά, πώληση, απλή διαμεσολάβηση προς πώληση, αποθήκευση, φύλαξη, χρήση, καθώς και για επεξεργασία, στην περίπτωση που αποστολέας είναι υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών ή αγρότης του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., τα οποία δεν συνοδεύονται από στοιχείο διακίνησης .

Η υποχρέωση έκδοσης του δελτίου αποστολής της περίπτωσης αυτής, αντικατέστησε ουσιαστικά, την υποχρέωση έκδοσης/τήρησης δελτίου/βιβλίου ποσοτικής παραλαβής της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992). Το δελτίο αποστολής της περίπτωσης αυτής, μπορεί να μην εκδίδεται για τις παραλαβές αγαθών από πρόσωπα που δεν έχουν υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου, όταν εκδίδεται, τίτλος κτήσης των αγαθών αυτών (χωρίς να αποκλείεται και η έκδοση, προαιρετικά, τιμολογίου αγοράς), κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 6, όπως αυτές διευκρινίζονται κατωτέρω στο άρθρο 6 της παρούσας εγκυκλίου.

Επισημαίνεται ότι οι απαλλαγές από την υποχρέωση έκδοσης/τήρησης δελτίου/βιβλίου ποσοτικής παραλαβής που έχουν παρασχεθεί με Υπουργικές Αποφάσεις και εγκυκλίους της Διοίκησης κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των π.δ 99/1977 (Κ.Φ.Σ.) και Π.Δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.). ισχύουν αναλογικά ως απαλλαγές και από την έκδοση του δελτίου αποστολής της περίπτωσης αυτής.

Επίσης, το δελτίο αποστολής της περίπτωσης αυτής, εκδίδεται από τον υπόχρεο απεικόνισης φορολογικών συναλλαγών, όταν από το συνοδευτικό στοιχείο διακίνησης δεν προκύπτει επακριβώς το είδος και η ποσότητα των αγαθών που παραλαμβάνονται.

Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3, είναι αντίστοιχα όμοιου περιεχομένου με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 4.

Έκδοση Συγκεντρωτικού Δελτίου Αποστολής.

Συγκεντρωτικό Δελτίο Αποστολής εκδίδεται σε περίπτωση μεταφοράς και διανομής αγαθών για οποιονδήποτε σκοπό, η ποσότητα των οποίων καθορίζεται από τον παραλήπτη κατά την παραλαβή τους.

Το συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής δύναται να μην εκδίδεται όταν η μεταφορά των αγαθών γίνεται με μεταφορικά μέσα ιδιωτικής χρήσης στα οποία, τηρείται θεωρημένο βιβλίο κινητής αποθήκης (κωδ. θεώρ. TAXIS 331), χωρίς να απαιτείται πλέον έγκριση για την τήρησή του, με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., όπως οριζόταν με τις προϊσχύσασες διατάξεις του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992)

Τρόπος τήρησης βιβλίου κινητής αποθήκης.

Το βιβλίο κινητής αποθήκης είναι θεωρημένο κατά ρητή διατύπωση των διατάξεων της παραγράφου αυτής και τηρείται ξεχωριστά σε κάθε μεταφορικό μέσο. Κατά τη θεώρηση του πρέπει να αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου που αφορά, κατά τον εφοδιασμό δε, του κάθε οχήματος με αγαθά, εκδίδεται δελτίο αποστολής.

Το βιβλίο κινητής αποθήκης τηρείται σε μερίδες κατ’ είδος. Η κάθε μερίδα χρεώνεται με την ποσότητα που εισάγεται στο όχημα προς διάθεση, βάσει του δελτίου αποστολής εφοδιασμού και πιστώνεται με την ποσότητα που διατίθεται, βάσει των στοιχείων που εκδίδονται κατά τη διάθεση των αγαθών.

Η προθεσμία ενημέρωσης του βιβλίου κινητής αποθήκης είναι δεκαπέντε ημέρες από την έκδοση των δελτίων αποστολής εφοδιασμού του οχήματος και των στοιχείων διάθεσης των αγαθών.

Τα παραστατικά διάθεσης μαζί με τα δελτία αποστολής που εκδόθηκαν για τον εφοδιασμό του κάθε οχήματος φυλάσσονται σε αυτό, μέχρι την ενημέρωση του βιβλίου κινητής αποθήκης.

Στοιχεία που εκδίδονται για συναλλαγές που διενεργούνται με Συγκεντρωτικό Δελτίο Αποστολής.

Όσον αφορά στα στοιχεία που πρέπει να εκδίδονται κατά τη διάθεση των αγαθών που διακινούνται με Συγκεντρωτικό Δελτίο Αποστολής ή βιβλίο κινητής αποθήκης, έχουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:

Ανάλογα με τον τρόπο διάθεσης, εκδίδεται δελτίο αποστολής, στο οποίο αναγράφεται η ποσότητα και το είδος που διατίθεται ή συνενωμένο δελτίο αποστολής με στοιχείο αξίας ή απόδειξη λιανικής συναλλαγής.

Επισημαίνεται ότι η απόδειξη λιανικής συναλλαγής για την πώληση αγαθών, τα οποία διακινήθηκαν με Συγκεντρωτικό Δελτίο Αποστολής εκδίδεται μόνο στην περίπτωση που ο πωλητής των αγαθών, είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων που ορίζονται από τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

Στα στοιχεία λιανικής συναλλαγής που εκδίδονται κατά τα ανωτέρω, όταν δεν τηρείται ο λογαριασμός 94 του Ε.Γ.Λ.Σ. δεν είναι υποχρεωτικό να αναφέρονται το είδος και οι ποσότητες των αγαθών που πωλούνται.

Κατά την επιστροφή των αγαθών που διακινήθηκαν και δεν διατέθηκαν μπορεί να εκδοθεί δελτίο αποστολής – όχι το δελτίο επιστροφής που οριζόταν με την παράγραφο 3 του άρθρου 11 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) – με επιπλέον περιεχόμενο τον αύξοντα αριθμό του Συγκεντρωτικού Δελτίου Αποστολής.

Παράγραφος 5.

Περιεχόμενο Δελτίου Αποστολής.

Με τις διατάξεις των στοιχείων α’ έως θ’, της παραγράφου αυτής, ορίζονται τα δεδομένα που πρέπει υποχρεωτικά να αναγράφονται στο δελτίο αποστολής.

Το περιεχόμενο των διατάξεων των στοιχείων α’, β’, γ’, δ’, στ’, η’ και θ’ είναι όμοιο με αυτό των διατάξεων των στοιχείων α’, β’, γ’, ε’, η’, της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Στοιχείο ε’. Αναγραφή της ημερομηνίας έκδοσης.

Η ημερομηνία έκδοσης του δελτίου αποστολής είναι η ημερομηνία πραγματοποίησης της μεταφοράς.

Είναι όμως δυνατή η συμπλήρωση του περιεχομένου όλων των φορολογικών στοιχείων και επομένως και του δελτίου αποστολής, την προηγούμενη ημέρα, με ημερομηνία της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας, για τις προγραμματισμένες συναλλαγές της ημέρας αυτής, χωρίς να απαιτείται έγκριση του αρμόδιου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ.

Στην περίπτωση που η διακίνηση των αγαθών γίνεται με ευθύνη του εκδότη του δελτίου αποστολής, μέσω ενδιάμεσου σταθμού (π.χ. ενδιάμεση στάση στην κατοικία του οδηγού και στη συνέχεια μεταφορά στον τελικό παραλήπτη), υποχρεωτικό περιεχόμενο του δελτίου αποστολής αποτελεί η διακεκριμένη αναγραφή της ημερομηνίας και της ώρας έναρξης της αποστολής των αγαθών μέχρι τον ενδιάμεσο σταθμό, καθώς και η ημερομηνία και η ώρα έναρξης της διακίνησης από τον ενδιάμεσο αυτό σταθμό, έως τον τελικό παραλήπτη.

Εάν τα προς διακίνηση αγαθά παραδοθούν σε τρίτο (μεταφορέα, μεταφορικό γραφείο κ.λπ.) δεν απαιτείται η αναγραφή της ως άνω δεύτερης ημερομηνίας.

Διευκρινίζεται ότι επί μηχανογραφικής έκδοσης του δελτίου αποστολής, η ώρα έναρξης της αποστολής κατά τα ως άνω, μπορεί να συμπληρωθεί χειρόγραφα.

Στοιχείο ζ’. Αναγραφή του είδους, της μονάδας μέτρησης και της ποσότητας των ειδών που διακινούνται.

Οι εν λόγω διατάξεις, είναι εν πολλοίς όμοιου περιεχομένου με εκείνες των διατάξεων του στοιχείου στ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση που επέρχεται με τις νέες διατάξεις είναι ότι, δεν απαιτείται πλέον, η αναγραφή της τιμής μονάδας, στα δελτία αποστολής που εκδίδονται για την παράδοση ή αποστολή νωπών οπωρολαχανικών από το πρόσωπο που τα παράγει, με σκοπό την αγορά ή την πώληση ή την πώληση για λογαριασμό του, απαίτηση που ίσχυε με τις διατάξεις του στοιχείου στ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992).

Παράγραφος 6.

Μοναδικότητα του δελτίου αποστολής ως συνοδευτικού εγγράφου. Αποστολή αγαθών από μη υπόχρεο σε έκδοσή του.

ι διατάξεις των τριών πρώτων εδαφίων της παραγράφου αυτής, είναι εν πολλοίς όμοιου περιεχομένου με τις προϊσχύσασες διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν αναλυτικών διευκρινίσεων.

Ουσιαστική διαφοροποίηση υπάρχει ως προς την απάλειψη με τις νέες διατάξεις, της υποχρέωσης σε κάθε περίπτωση αγοράς αγροτικών προϊόντων από τους παραγωγούς τους, έκδοσης του δελτίου αποστολής, συνενωμένου με το τιμολόγιο αγοράς των εν λόγω προϊόντων.

Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου αυτής, είναι ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 16 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 7.

Διάρκεια του Δελτίου Αποστολής.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι εν πολλοίς ομοίου περιεχομένου με τις προϊσχύσασες διατάξεις της περίπτωσης η’ της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν αναλυτικών διευκρινίσεων.

Αναφορικά με τη δυνατότητα που παρέχεται με τις νέες διατάξεις της, αναγραφής επί των δελτίων αποστολής γεγονότων και καταστάσεων που αποδεικνύουν τη χρονική διάρκειά τους, τονίζεται ότι δεν πρέπει να συγχέεται με την υποχρέωση που ορίζεται στο στοιχείο ε’ της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Α.Σ., που αφορά την αναγραφή επί του δελτίου αποστολής της ημερομηνίας και της ώρας έναρξης της μεταφοράς σε περίπτωση που αυτή γίνεται μέσω ενδιάμεσου σταθμού, με τον τρόπο που ορίζεται στις σχετικές διατάξεις.

Έτσι, η αναγραφή γεγονότων που επηρεάζουν τη διάρκεια του δελτίου αποστολής που τίθενται στην κρίση του φορολογικού ελέγχου μπορεί να ενισχύεται με διάφορα αποδεικτικά στοιχεία όπως π.χ. αποδείξεις διοδίων, σημειώματα ή ανακοινώσεις τροχαίας, δελτία καιρού κ.λπ.

Παράγραφος 8.

Εξαιρέσεις από την έκδοση δελτίου αποστολής.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής οριοθετούνται γενικά, διάφορες περιπτώσεις διακίνησης ειδών, για τις οποίες δεν υπάρχει υποχρέωση έκδοσης δελτίου αποστολής.

Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής:

• Δελτίο Αποστολής δεν εκδίδεται όταν τα είδη τα οποία διακινούνται:

α) δεν έχουν καμία εμπορευματική αξία για τον αποστολέα, για τον παραλήπτη ή για κάποιον τρίτο, διαζευκτικά ή αθροιστικά και β) η διάθεσή αυτών αυτούσιων ή μη, δεν επιφέρει κανένα έσοδο. Δεν εκδίδεται δηλαδή, δελτίο αποστολής για τη διακίνηση άχρηστων, ακατάλληλων, απαξιωμένων προϊόντων ή υπολειμμάτων, σε χώρους απόρριψης (π.χ. χωματερές, κ.λπ.).

Αντίθετα, εκδίδεται δελτίο αποστολής για την αποστολή προϊόντων (άχρηστων, απαξιωμένων κ.λπ.) προς π.χ. ανακύκλωση ή μεταπώληση για ανακύκλωση κ.λπ. μόνο εφόσον για την αγοροπωλησία τους καταβάλλεται τίμημα.

• Οι διατάξεις των περιπτώσεων β’ και γ’ της παραγράφου αυτής είναι όμοιου περιεχομένου με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης γ’ της παρ. 1 του αρ. 11 και της παρ. 1 του αρ. 16 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

• Αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στην περίπτωση δ’ της παραγράφου αυτής, διευκρινίζεται ότι, ορίζεται πλέον ρητά ότι δεν υπάρχει υποχρέωση έκδοσης Δ.Α. για τις διακινήσεις των αγαθών που αναφέρονται στην παράγραφο 16β του άρθρου 6 του Κ.Φ.Α.Σ., τα οποία διατίθενται μέσω δικτύου συνεχούς ροής, δηλαδή για τις διακινήσεις φυσικού αερίου, ύδατος μη ιαματικού, αεριόφωτος, ηλεκτρικού ρεύματος και θερμικής ενέργειας.

Επισημαίνεται τέλος, ότι τα όσα έχουν γίνει δεκτά με Υπουργικές Αποφάσεις ή εγκυκλίους της Διοίκησης «περί απαλλαγής από την έκδοση Δελτίου Αποστολής» σε ορισμένες περιπτώσεις διακίνησης διαφόρων ειδών, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των προϊσχύσαντων π.δ. 99/77 «περί Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων» και Π.Δ. 186/1992 «περί του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων», εξακολουθούν να ισχύουν, λαμβανομένων υπόψη των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Α.Σ.

Άρθρο 6

Τιμολόγηση Συναλλαγών

Γενικά.

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση – συμπλήρωση τους με τις διατάξεις του άρθρου 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 229 Α719-11 -2012), ορίζονται οι κανόνες που διέπουν την έκδοση παραστατικών, που καλύπτουν επαγγελματικές συναλλαγές, ήτοι αναφέρονται στην έκδοση των τιμολογίων και των εκκαθαρίσεων.

Οι κυριότερες μεταβολές – διαφοροποιήσεις, σε σχέση με τις προϊσχύσασες αντίστοιχες διατάξεις του Κ.Β.Σ. (π.δ 186/1992), συνοψίζονται στα εξής:

1. Εναρμονίζονται με αυτές της οδηγίας 2006/112/Ε.Ε., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την Οδηγία 2010/45/Ε.Ε. του Συμβουλίου.

2. Δεν απαιτείται πλέον η έκδοση τιμολογίου, για την είσπραξη επιστρεφόμενων έμμεσων φόρων, τελών και δασμών.

3. Δεν είναι πλέον υποχρεωτική η έκδοση τιμολογίων, για αγορά από μη υπόχρεο, καθώς και στις περιπτώσεις άρνησης έκδοσης τιμολογίου ή ανακριβούς έκδοσης αυτού.

4. Καταργείται το καθεστώς τιμολόγησης αγοράς, από αγρότες – παραγωγούς του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., που θεσπίστηκε με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 21α του ν. 3842/2010 (έκδοση, σε κάθε περίπτωση αγοράς από τα πρόσωπα αυτά, τιμολογίου – δελτίου αποστολής συνενωμένου) και επαναφέρεται το προϊσχύον αυτού καθεστώς.

5. Καθιερώνεται γενικής ισχύος κανόνας, που παρέχει τη δυνατότητα στο λήπτη υπηρεσιών που δεν υπάγονται στο Φ.Π.Α., να επιλέξει, αντί της λήψης τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, να εκδίδει ο ίδιος εκκαθάριση σε ετήσια, τουλάχιστον, βάση.

6. Για την αγορά μη εμπορευσίμων αγαθών (αναλώσιμων) και τη λήψη υπηρεσιών, μπορεί όπως αντίστοιχα προβλεπόταν και στον προϊσχύοντα Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992), να γίνεται χρήση Απόδειξης Λιανικής (για πώληση αγαθών ή για παροχή υπηρεσιών), με αύξηση του σχετικού ορίου αξίας των αγαθών από πενήντα (50) ευρώ σε εκατό (100) ευρώ.

Ειδικότερα και ανά παράγραφο του άρθρου 6 του Κ.Φ.Α.Σ., διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

Παράγραφος 1.

Έκδοση τιμολογίων – Υπόχρεοι.

Τιμολόγιο εκδίδεται για:

α) Την πώληση αγαθών ιδίων ή τρίτων (άμεση ή έμμεση πώληση)

β) Την παροχή υπηρεσιών

γ) Την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών εκτός της χώρας.

Προϋπόθεση για την έκδοση τιμολογίου είναι, ο εκδότης να είναι υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και ο αντισυμβαλλόμενος ομοίως υπόχρεος ή αγρότης του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ.) και η συναλλαγή να αφορά στην άσκηση του επαγγέλματος τους ή στην εκτέλεση του σκοπού τους κατά περίπτωση.

Το τιμολόγιο εκδίδεται, ανεξάρτητα από το εάν τηρούνται απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία ή την τυχόν απαλλαγή του υπόχρεου σε απεικόνιση συναλλαγών, από την τήρηση αυτών.

Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, οφείλει να εξασφαλίζει την έκδοση τιμολογίου:

α) Από τον ίδιο ή

β) Από τον πελάτη του (αυτοτιμολόγηση) ή

γ) Από τρίτον (ανάθεση τιμολόγησης)

Καθόσον αφορά στις ανωτέρω (β) και (γ) περιπτώσεις και ειδικότερα τους όρους και τις προϋποθέσεις τιμολόγησης των περιπτώσεων αυτών, διευκρινίσεις δίνονται κατωτέρω με τις παραγράφους 16 και 17 του παρόντος άρθρου.

Επισημαίνεται ότι, στις περιπτώσεις που απαιτείται η έκδοση τιμολογίου, δεν αναφέρεται πλέον ως περίπτωση η «πώληση δικαιώματος εισαγωγής», περίπτωση που αναφερόταν σε όλα τα προγενέστερα νομοθετήματα (Κ.Β.Σ., Κ.Φ.Σ. κ.λπ.). Η απάλειψη της φράσης αυτής δεν σημαίνει κάποια ουσιαστική μεταβολή, καθόσον η περίπτωση αναφέρονταν κυρίως σε συναλλαγές με τη διαδικασία του clearing, που πλέον δεν συναντώνται στην πράξη και πάντως σε κάθε περίπτωση για την πώληση – εκχώρηση δικαιώματος, εκδίδεται τιμολόγιο για παροχή υπηρεσίας. Αντίθετα δεν επηρεάζει τις περιπτώσεις πώλησης εισαγόμενων αγαθών, με μεταβίβαση αυτών στον τελωνειακό χώρο, με τελωνειακή αναγνώριση και εκχώρηση φορτωτικών εγγράφων, όπου και απαιτείται η έκδοση τιμολογίου.

Παράγραφος 2.

Επαναλαμβανόμενες πωλήσεις αγαθών ή παρεχόμενων υπηρεσιών.

Το περιεχόμενο της παραγράφου αυτής, καλύπτει την τιμολόγηση των επαναλαμβανόμενων πωλήσεων αγαθών και υπηρεσιών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι ομοίου περιεχομένου με τις αντίστοιχες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Επισημαίνεται ότι με τον όρο «επαναλαμβανόμενες πωλήσεις» αγαθών και υπηρεσιών, νοείται η εντός της ημέρας αλλά και κάθε επόμενη ημέρα ή κατ’ αραιότερα χρονικά διαστήματα πώληση αγαθών ή υπηρεσιών.

Παράγραφος 3.

Τιμολόγιο επιδοτήσεων, αποζημιώσεων, ανόργανων εσόδων.

Αφορά το τιμολόγιο επιδοτήσεων, αποζημιώσεων, ανόργανων εσόδων κ.λπ., το οποίο ως γνωστόν εκδίδεται με την είσπραξη ή την πίστωση του λογαριασμού των δικαιούχων.

Δεν επέρχεται καμία ουσιώδης μεταβολή, εκτός του ότι πλέον δεν προβλέπεται η έκδοση αυτού, στις περιπτώσεις επιστροφής έμμεσων φόρων, δασμών και τελών.

Συνεπώς με βάση τις ισχύουσες διατάξεις, για την επιστροφή έμμεσων φόρων (π.χ. Φ.Π.Α.), από τη Δ.Ο.Υ. ή δασμών από το Τελωνείο κ.λπ., δεν απαιτείται πλέον η έκδοση του εν λόγω τιμολογίου από τον δικαιούχο.

Παράγραφος 4.

Έκδοση τιμολογίου από Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και λοιπά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι ομοίου περιεχομένου με εκείνες της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 5.

Αγορά αγαθών από ιδιώτη – Απόδειξη της συναλλαγής – Αντιμετώπιση μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης τιμολογίων.

Για τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, όπως τέθηκαν και ισχύουν με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 229/19-11-2012), διευκρινίζονται τα ακόλουθα, όσον αφορά, κυρίως, τις μεταβολές που υπήρξαν σε σχέση με εκείνες τις εν πολλοίς ομοίου περιεχομένου διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992):

1) Δεν προβλέπεται πλέον η έκδοση (υποχρεωτικά) τιμολογίου, για αγορά αγαθών από μη υπόχρεους σε έκδοση αυτού (π.χ. ιδιώτες), καθώς και για τις περιπτώσεις υπόχρεων που αρνούνται την έκδοση του ή εκδίδουν τιμολόγιο με ανακριβές περιεχόμενο.

2) Οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ), στις περιπτώσεις συναλλαγών με ιδιώτες, αποδεικνύουν τις συναλλαγές τους με τη σύνταξη τίτλου κτήσης, που περιλαμβάνει τα στοιχεία των συμβαλλομένων, καθώς και τα πλήρη στοιχεία της συναλλαγής, όπως αναλυτικά αναφέρονται στις παραγράφους 10 και 11 του άρθρου αυτού.

Διευκρινίζεται ότι, ως «τίτλος κτήσης», μπορεί να θεωρηθεί, ενδεικτικά, κάθε έγγραφη συμφωνία (συμφωνητικό), υπεύθυνη δήλωση, ακόμα και τιμολόγιο (αγοράς), αρκεί να περιλαμβάνουν όλα τα κατά τα ανωτέρω προαπαιτούμενα δεδομένα.

Ο τίτλος κτήσης πρέπει να συντάσσεται, στους χρόνους που κατά περίπτωση, αναφέρονται στις διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου 6 του Κ.Φ.Α.Σ., που αναφέρονται στο χρόνο έκδοσης των τιμολογίων.

Ειδικά στην περίπτωση άρνησης έκδοσης τιμολογίου ή ανακριβούς έκδοσης, από υπόχρεο, το γεγονός γνωστοποιείται άμεσα, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του αντισυμβαλλόμενου, σε Κεντρικές Υποδομές.

Στο σημείο αυτό διευκρινίζονται και τα εξής:

α) Η γνωστοποίηση μπορεί να υποβάλλεται εγγράφως, εφόσον στο έγγραφο αυτό απεικονίζονται όλα τα αναγκαία στοιχεία και δεδομένα (συμβαλλόμενων και συναλλαγής). Επίσης η γνωστοποίηση μπορεί να υποβάλλεται από απόσταση (μέσω fax ή ηλεκτρονικά).

β) Δεν απαγορεύεται, αντί των αναφερόμενων ανωτέρω (περ. α), να συνεχίσει να εκδίδεται τιμολόγιο, το οποίο θα αποστέλλεται άμεσα στη Δ.Ο.Υ. του αντισυμβαλλόμενου.

γ) Για το χρόνο γνωστοποίησης που ορίζεται ότι πρέπει να γίνεται άμεσα, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

γ1) Επί αγοράς αγαθών, τα οποία παραλαμβάνονται από τον αγοραστή χωρίς να συνοδεύονται με το Δελτίο Αποστολής του υπόχρεου προμηθευτή, οι διαδικασίες γνωστοποίησης γίνονται άμεσα (με την παραλαβή).

γ2) Επί λήψης υπηρεσιών, με την παρέλευση του χρόνου έκδοσης τιμολογίου από τον υπόχρεο (ολοκλήρωση παροχής υπηρεσιών κ.λπ).

γ3) Επί λήψης ανακριβούς τιμολογίου, με τη λήψη του τιμολογίου.

Για τη διευκόλυνση των υπόχρεων στις ως άνω περιπτώσεις (π.χ. παραλαβή αγαθών εκτός ωραρίου λειτουργίας, δυσκολία καταμέτρησης λόγω μεγάλων ποσοτήτων κ.λπ.), παρέχεται δυνατότητα η σχετική γνωστοποίηση να υποβάλλεται, το αργότερο, εντός της μεθεπόμενης εργάσιμης ημέρας από αυτή που συνέτρεξε το γεγονός.

Παράγραφος 6.

Τιμολόγιο αγοράς αγροτικών προϊόντων.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, αφορούν την τιμολόγηση επί αγοράς αγροτικών προϊόντων, από αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α.

Υπόχρεοι έκδοσης του τιμολογίου αγοράς αγροτικών προϊόντων, είναι:

• Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών

• Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κ.Φ.Α.Σ. (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα κ.λπ.).

Χρόνος έκδοσης του τιμολογίου αυτού, είναι ο προβλεπόμενος από τις κατ’ ιδίαν διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου 6.

Αναφορικά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 διευκρινίζονται και τα εξής:

α) Καταργείται το καθεστώς που εισήγαγαν οι διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 21α του ν. 3842/2010 και κατά συνέπεια δεν είναι πλέον υποχρεωτική η άμεση έκδοση Τιμολογίου – Δελτίου Αποστολής για την αγορά αγροτικών προϊόντων από πρόσωπα που τα παράγουν, μπορεί δηλαδή να εκδοθούν διακριτά Δελτίο Αποστολής και να ακολουθήσει η έκδοση του τιμολογίου αγοράς αγροτικών προϊόντων.

β) Στις επαναλαμβανόμενες αγορές αγροτικών προϊόντων, εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα με την παράγραφο 2 του άρθρου 6.

γ) Εξακολουθούν να ισχύουν αναλόγως, με βάση τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ., τα όσα έχουν γίνει δεκτά με την εγκύκλιο 3/1992 παρ. 12.9., αναφορικά με την αγορά γάλακτος από τυροκομικές – τυρεμπορικές επιχειρήσεις, εφόσον η τιμή του γάλακτος καθορίζεται στο μέσο ή τέλος της γαλακτοκομικής περιόδου, διευκρινίζοντας ότι, προκειμένου να μην θίγεται η βασική φορολογική αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων, οι τυροκόμοι υποχρεούνται να εκδίδουν, ένα (1) συγκεντρωτικό τιμολόγιο ανά πωλητή – παραγωγό το αργότερο έως 31/12 εκάστου έτους και ένα (1) εντός του επόμενου μήνα από τη λήξη της γαλακτοκομικής περιόδου.

δ) Το τιμολόγιο αγοράς αγροτικών προϊόντων, από 1.1.2013 παύει να εκδίδεται θεωρημένο σε κάθε περίπτωση (πλην της έκδοσης του συνενωμένου με Δ.Α.), βάσει των μεταβατικών διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Α.Σ..

Παράγραφος 7.

Έκδοση εκκαθαρίσεων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζονται οι προϋποθέσεις, ο χρόνος έκδοσης και το περιεχόμενο της εκκαθάρισης.

Δεν επέρχεται καμία ουσιώδης μεταβολή, σε σχέση με το καθεστώς του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992 – παράγραφος 7, άρθρο 12), ενώ καταργείται η διάταξη που αναφέρονταν στη δυνατότητα έκδοσης εκκαθαρίσεων, για παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό τρίτων, η οποία δεν είχε ενεργοποιηθεί ποτέ.

Παράγραφος 8.

Αγορά αγαθών – Λήψη υπηρεσιών για λογαριασμό τρίτου.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, όπως αντίστοιχα και στον προϊσχύσαντα Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), ορίζουν την έκδοση εκκαθάρισης και στις περιπτώσεις, που αναφέρονται παρακάτω, ήτοι σε:

α) Αγορά αγαθών για λογαριασμό τρίτου.

β) Λήψη υπηρεσιών για λογαριασμό τρίτου.

Με βάση τις υπόψη διατάξεις, όπως ισχύουν πλέον, μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου ( ΦΕΚ Α’ 229/19.11.2012), επέρχονται οι εξής μεταβολές, σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992):

1) Για αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών από μη υπόχρεους σε έκδοση τιμολογίου (π.χ. ιδιώτες), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 6 που ορίζουν την σύνταξη «τίτλου κτήσης», κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις εν λόγω διατάξεις, όπως αυτές ερμηνεύονται με την παρούσα, όσον αφορά το είδος του παραστατικού, το περιεχόμενο, καθώς και το χρόνο έκδοσης αυτού.

2) Επιπλέον ορίζεται ότι επί παροχής υπηρεσιών, οι οποίες απαλλάσσονται από το Φ.Π.Α., ο λήπτης των υπηρεσιών αυτών δύναται να εκδίδει εκκαθάριση, έως το τέλος του 2ου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου των συμβαλλομένων, υπό την προϋπόθεση ότι αφορά το σύνολο των περιπτώσεων στην ίδια διαχειριστική περίοδο.

Η ανωτέρω ρύθμιση – δυνατότητα του λήπτη των υπηρεσιών να εκδίδει εκκαθάριση, στις περιπτώσεις που καταβάλλει αμοιβές (προμήθειες) που απαλλάσσονται από το Φ.Π.Α., αντί να λαμβάνει τιμολόγιο του παρέχοντος τις υπόψη υπηρεσίες, αναφέρεται σε διάφορες περιπτώσεις που μέχρι σήμερα ρυθμίζονταν με επιμέρους Υπουργικές Αποφάσεις (π.χ. ενδεικτικά αναφέρονται, ασφαλιστές, ασφαλιστικοί πράκτορες, πρακτορεία ΠΡΟ ΠΟ κ.λπ).

Παράγραφοι 9, 10 και 11.

Περιεχόμενο τιμολογίου.

Με τις διατάξεις των παραγράφων αυτών, ορίζονται τα στοιχεία που αναγράφονται στο υποχρεωτικό περιεχόμενο του τιμολογίου.

Ειδικότερα:

1) Με τις διατάξεις της παραγράφου 9, όπως ισχύουν , μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 229/19-11-2012), επέρχονται οι εξής μεταβολές, σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992):

α) Η ημερομηνία της συναλλαγής αναγράφεται στο τιμολόγιο, μόνον στην περίπτωση που δεν συμπίπτει με την ημερομηνία έκδοσης αυτού (π.χ. ενδεικτικά όταν η έκδοση δελτίου αποστολής προηγείται της έκδοσης τιμολογίου).

β) Καταργείται η υποχρέωση αναγραφής του αύξοντος αριθμού (α/α) ή των αριθμών των δελτίων αποστολής, που εκδόθηκαν για τη διακίνηση ή την παραλαβή των αγαθών, που αφορούν το σχετικό τιμολόγιο.

γ) Ενσωματώνονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 18α του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), που αναφέρονταν στους ενιαίους κανόνες και όρους τιμολόγησης, με βάση τη σχετική Οδηγία 2006/112/ΕΚ όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2010/45/ Ε.Ε. του Συμβουλίου της Ε.Ε., και στο υποχρεωτικό περιεχόμενο του τιμολογίου προστίθενται και νέες ενδείξεις που αναγράφονται υποχρεωτικά, όπως αναφέρονται στις περιπτώσεις (α) έως και (στ) της παραγράφου αυτής (παρ. 9).

2) Με τις διατάξεις της παραγράφου 10, ορίζονται τα πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων.

Δεν υφίστανται ουσιώδεις μεταβολές, σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 12 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), με μόνη εξαίρεση το γεγονός ότι πλέον δεν είναι υποχρεωτική η αναγραφή στο τιμολόγιο, του επαγγέλματος και της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Φορολογίας του αντισυμβαλλόμενου.

3) Με τις διατάξεις της παραγράφου 11, ορίζονται τα πλήρη στοιχεία της συναλλαγής.

Οι επερχόμενες μεταβολές, σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 12 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), συνοψίζονται στις εξής:

α) Δεν απαιτείται πλέον να αναγράφεται και ολογράφως το συνολικό ποσό της αξίας ή της αμοιβής στα χειρόγραφα τιμολόγια (όπως ίσχυε στα χειρόγραφα εκδιδόμενα Τιμολόγια, με βάση τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ.).

β) Μετά την τροποποίηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής, με τις διατάξεις της παραγράφου 5 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 229/19-11-2012), καταργείται η δυνατότητα συνοπτικής περιγραφής του είδους, επί πολλαπλών συναφών υπηρεσιών, εφόσον επί του τιμολογίου γίνεται παραπομπή στη σχετική σύμβαση.

γ) Νέα διάταξη εισάγεται, με τη ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου αυτής, που ορίζει ότι επί παροχής ιατρικών υπηρεσιών, το είδος αυτών αναγράφεται κατά γενική κατηγορία και όχι αναλυτικά.

Παράγραφος 12.

Τιμολόγιο αντιπροσώπου οίκου εξωτερικού.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, όπως ισχύει πλέον μετά την τροποποίησή της με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 229/19-11-2012), αναφέρονται στο περιεχόμενο του τιμολογίου που εκδίδει ο αντιπρόσωπος οίκου εξωτερικού, για την χορηγούμενη σε αυτόν προμήθεια.

Σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (π.δ 186/1992) δεν απαιτείται πλέον στο τιμολόγιο που εκδίδει ο αντιπρόσωπος οίκου του εξωτερικού, να αναγράφονται και τα στοιχεία της Τράπεζας που μεσολαβεί για την καταβολή της προμήθειας.

Παράγραφος 13.

Πιστωτικό τιμολόγιο.

Με την παράγραφο αυτή ορίζονται οι υπόχρεοι στην έκδοση πιστωτικού τιμολογίου, οι προϋποθέσεις έκδοσης, καθώς και το περιεχόμενο αυτού. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι ομοίου περιεχομένου με τις προϊσχύσασες της παραγράφου 13 του άρθρου 12 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφοι 14 και 15.

Χρόνος έκδοσης τιμολογίου.

α) Με τις διατάξεις της παραγράφου 14, ορίζεται ο χρόνος έκδοσης του τιμολογίου (πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών, επί επιστροφής αγαθών, εκτέλεσης τεχνικών έργων ή εγκαταστάσεων κ.λπ.), από υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών προς άλλο υπόχρεο.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι ομοίου περιεχομένου με τις προϊσχύσασες της παραγράφου 14 του άρθρου 12 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

β) Με τις διατάξεις της παραγράφου 15, ορίζεται ο χρόνος έκδοσης του τιμολογίου για τις περιπτώσεις που προαναφέρονται, από υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών προς το Δημόσιο και τα λοιπά νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κ.Φ.Α.Σ..

Δεν υφίστανται ουσιώδεις μεταβολές, σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις των παραγράφων 15 και 17 του άρθρου 12 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992), με μόνη εξαίρεση τη μεταβολή που επέρχεται ως προς το χρόνο τιμολόγησης των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, ο οποίος συνδέεται πλέον με την οριστικοποίηση των πωλήσεων αυτών από τις αρμόδιες αρχές.

Ειδικότερα, για τις πωλήσεις των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων αποσαφηνίζεται ότι, το τιμολόγιο μπορεί να εκδοθεί μέχρι το τέλος της διαχειριστικής περιόδου, εντός της οποίας έγινε η οριστικοποίηση της πώλησης αυτών, από τις αρμόδιες αρχές.

Παράγραφος 16.

Στοιχεία που εξομοιώνονται με τιμολόγια.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ορίζονται ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών, για τις οποίες λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους εκδίδονται, κατά περίπτωση, άλλα παραστατικά αντί τιμολογίων, τα οποία εξομοιώνονται με τιμολόγια.

Εν πολλοίς, οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι ομοίου περιεχομένου με εκείνες της παραγράφου 16 του άρθρου 12 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992) και αναφέρονται στις ίδιες συναλλαγές.

Οι μεταβολές που επέρχονται, σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς του Κ.Β.Σ., συνοψίζονται στις εξής:

α) Εξομοιώνονται πλέον με τιμολόγια και τα έγγραφα που συντάσσονται για τις πωλήσεις μετοχών, παραγώγων, ομολογιών, ομολόγων, εντόκων γραμματίων και λοιπών συναφών, καθώς και τα στοιχεία που εκδίδονται για πωλήσεις φυσικού αερίου μέσω δικτύου, υπό την προϋπόθεση ότι περιλαμβάνουν τα στοιχεία του τιμολογίου.

β) Μετά την τροποποίηση που επήλθε στις διατάξεις της παραγράφου αυτής με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 229/19-11-2012), όπου εκ παραδρομής στο κείμενο αναφέρεται ως παράγραφος 15 αντί του ορθού παράγραφος 16, επήλθαν οι ακόλουθες μεταβολές:

β1) Στο στοιχείο (β) αυτής, που αναφέρεται στην περίπτωση των λοιπών στοιχείων που εκδίδονται για πωλήσεις φυσικού αερίου μέσω δικτύου, ύδατος μη ιαματικού κ.λπ., καταργείται η υποχρέωση παράδοσης αντιτύπου των στοιχείων αυτών στον πελάτη.

β2) Στο στοιχείο (γ) αυτής, όπου αναφέρεται ότι επέχει θέση τιμολογίου και η απόδειξη λιανικής, που καλύπτει επαγγελματικές συναλλαγές και μέχρι του ορίου των εκατό (100) ευρώ, (αντί των πενήντα (50) ευρώ που ίσχυε με τις διατάξεις του Κ.Β.Σ. ως παραστατικό εξόδου), εφόσον εκδίδεται για την αγορά μη εμπορευσίμων αγαθών για τον αγοραστή ή για τη λήψη, ομοίως, υπηρεσιών. Ως προϋπόθεση, που δεν υφίστατο στις προϊσχύσασες διατάξεις του Κ.Β.Σ., αναφέρεται πλέον η αναγραφή του είδους των αγαθών και υπηρεσιών κατά γενική περιγραφή, που πρέπει να προκύπτει είτε άμεσα (αναγραφή), είτε έμμεσα (με την περιγραφή της δραστηριότητας (επάγγελμα) του εκδότη) στα στοιχεία.

Επισημαίνεται ότι, η προϋπόθεση της αποδοχής του στοιχείου αυτού (απόδειξη λιανικής), από τον αντισυμβαλλόμενο – λήπτη του στοιχείου καταργήθηκε με την παράγραφο 8 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’229/19-11-2012).

Παράγραφος 17.

Ανάθεση τιμολόγησης – Αυτοτιμολόγηση.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, βάση των οποίων πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα, σε άλλα κράτη – μέλη της Ε.Ε. ή σε τρίτη χώρα, μπορεί να εκδίδουν τιμολόγιο εξ ονόματος και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών.

Σημειώνεται ότι, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ενσωματώνονται ουσιαστικά στο άρθρο 6 του Κ.Φ.Α.Σ., οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 18α του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), περί ανάθεσης τιμολόγησης, με βάση τη σχετική Οδηγία 2006/112/ΕΚ όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2010/45/ΕΕ του Συμβουλίου της Ε.Ε., επέρχονται δε ορισμένες μεταβολές, οι οποίες συνοψίζονται στις εξής:

α) Δεν απαιτείται πλέον, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας και η κατάθεση αυτής, πριν την έκδοση του πρώτου τιμολογίου, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του επιτηδευματία, για λογαριασμό του οποίου ο πελάτης ή ο τρίτος εκδίδει τιμολόγια, αρκεί η ύπαρξη προηγουμένως συμφωνίας (πριν την έκδοση του πρώτου τιμολογίου) μεταξύ τους, η οποία μπορεί να αποδεικνύεται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο (π.χ. ενδεικτικά ανταλλαγή email, επιστολών κ.λπ.).

Επισημαίνεται ότι, η προϋπόθεση περί της κατάρτισης έγγραφης συμφωνίας και περαιτέρω κατάθεσης αυτής στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών, για λογαριασμό του οποίου ο πελάτης ή ο τρίτος εκδίδει τιμολόγια, πριν την έκδοση του πρώτου τιμολογίου, παραμένει ειδικά στην περίπτωση έκδοσης τιμολογίων από τον πελάτη ή τον τρίτο, που είναι εγκατεστημένος σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρομή, ανάλογης εμβέλειας με την προβλεπόμενη από τις σχετικές διατάξεις του ν. 1402/1983, του ν. 1914/1990 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1798/2003 του Συμβουλίου της 7/10/2003.

β) Σε περίπτωση έκδοσης τιμολογίων στο εσωτερικό της χώρας, από τον πελάτη του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών, για λογαριασμό του οποίου εκδίδονται τα τιμολόγια, δεν απαιτείται πλέον η έκδοση αυτών από ιδιαίτερες σειρές κατά προμηθευτή.

γ) Στα τιμολόγια που εκδίδει ο τρίτος, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής του, στο όνομα και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών, δεν απαιτείται πλέον η αναγραφή της ένδειξης «ανάθεση τιμολόγησης».

Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διευκρινίσεις, που δόθηκαν με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1004/14.1.2004 για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 18α του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις.

Παράγραφος 18.

Τύπος εγγράφων, μηνυμάτων κ.λπ, που επέχουν θέση τιμολογίου.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ενσωματώνουν στο άρθρο 6 του Κ.Φ.Α.Σ. τις διατάξεις της παραγράφου 16 του άρθρου 18α του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (π.δ 186/1992), είναι ομοίου περιεχομένου με αυτές και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Άρθρο 7

Αποδείξεις Λιανικών Συναλλαγών

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, καθιερώνεται ο ενιαίος τίτλος «Αποδείξεις λιανικών συναλλαγών» για τα φορολογικά στοιχεία που εκδίδονται για τις πωλήσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών στο κοινό (φυσικά πρόσωπα) και ειδικότερα:

Παράγραφος 1.

Περιπτώσεις έκδοσης αποδείξεων λιανικών συναλλαγών.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, οριοθετούνται οι περιπτώσεις που εκδίδεται απόδειξη λιανικής από τους υπόχρεους του Κ.Φ.Α.Σ., ήτοι στις περιπτώσεις που είτε πωλούνται αγαθά για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, είτε παρέχονται υπηρεσίες, σε φυσικά πρόσωπα (κοινό) για την ικανοποίηση ατομικών ή οικογενειακών αναγκών ή σε μέλη προμηθευτικού συνεταιρισμού με βάση διατακτικές του, καθώς επίσης και στην περίπτωση αλλαγής λιανικώς πωληθέντων αγαθών.

Παράγραφοι 2 και 3.

Περιεχόμενο απόδειξης λιανικής συναλλαγής και απόδειξης επιστροφής λιανικής συναλλαγής.

Οι διατάξεις των παραγράφων αυτών είναι εν πολλοίς ομοίου περιεχομένου με τις προϊσχύσασες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 13 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992).

Ως προς τις διαφοροποιήσεις που επέρχονται με τις νέες διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

• Καθιερώνεται η υποχρέωση αναγραφής του ονοματεπωνύμου και της διεύθυνσης του πελάτη στην απόδειξη επιστροφής λιανικώς πωληθέντος αγαθού, εφόσον επιστρέφεται σε αυτόν ποσό άνω των τριάντα (30) ευρώ. (Με τις προϊσχύσασες διατάξεις του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), το ως άνω χρηματικό ποσό ανερχόταν σε δεκαπέντε (15) ευρώ.

• Όταν ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, τηρεί το λογαριασμό 94 του Ε.Γ.Λ.Σ. σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Α.Σ., αναγράφει στην απόδειξη λιανικής ή επιστροφής και το είδος και την ποσότητα του αγαθού που πωλήθηκε ή επιστράφηκε.

• Όταν ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών τηρεί διπλογραφικά βιβλία του άρθρου 4 του Κ.Φ.Α.Σ. και πωλεί αγαθά ή παρέχει υπηρεσίες με πίστωση, για λόγους λογιστικής εξυπηρέτησης (δημιουργία λογαριασμού πελάτη), στην απόδειξη λιανικής που εκδίδει, αναγράφει τουλάχιστον το ονοματεπώνυμο του πελάτη του, καθώς και την ένδειξη «Επί πιστώσει».

• Οι ελεύθεροι επαγγελματίες που παρέχουν υπηρεσίες δωρεάν, εκδίδουν απόδειξη αυτοπαράδοσης στις περιπτώσεις που οι υπηρεσίες που παρέχονται δωρεάν, χαρακτηρίζονται «ως αυτοπαραδόσεις υπηρεσιών» βάσει των διατάξεων του ν. 2859/2000 «Κώδικας Φ.Π.Α.».

Σε αντίθετη περίπτωση, στην απόδειξη που εκδίδουν στις περιπτώσεις που παρέχουν υπηρεσίες χωρίς αμοιβή, αναγράφουν την ένδειξη «Δωρεάν».

Επισημαίνεται ιδιαίτερα, ότι βάσει των νέων διατάξεων οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών που ασκούν ελευθέριο επάγγελμα (όπως και όλοι οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλαγών) και παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο υπόχρεο, σε πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3, σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή σε πρόσωπο εκτός της χώρας, για την άσκηση του επαγγέλματος τους, εκδίδουν πλέον τιμολόγιο όπως ορίζεται στο άρθρο 6 και όχι απόδειξη παροχής υπηρεσιών (λιανικής), όπως εξέδιδαν σε περίπτωση παροχής των υπηρεσιών τους στα ως άνω πρόσωπα βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992).

• Έκδοση αποδείξεων λιανικών συναλλαγών από τους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών, που παρέχουν τις ασφαλείς πληροφορίες της παραγράφου 23 του άρθρου 4.

Σύμφωνα με την παράγραφο 23 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Α.Σ, οι εκμεταλλευτές χώρου διαμονής, εκπαιδευτηρίου, κέντρων αισθητικής, γυμναστηρίου, οι εκμεταλλευτές χώρων στάθμευσης και οι γιατροί όλων των ειδικοτήτων και οι οδοντίατροι, που παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για τις συναλλαγές που πραγματοποιούν (αντίστοιχος ορισμός βάσει των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. «πρόσθετα βιβλία»), στις αποδείξεις λιανικής που εκδίδουν αναγράφουν το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη.

Ο εκμεταλλευτής χώρου στάθμευσης, μπορεί αντί των ως άνω στοιχείων του πελάτη, να αναγράφει στις αποδείξεις λιανικής, τα στοιχεία του οχήματος ή του σκάφους.

Όταν ο υπόχρεος παροχής ασφαλών πληροφοριών, παρέχει υπηρεσίες δωρεάν, εκδίδει απόδειξη αυτοπαράδοσης, στην περίπτωση που οι υπηρεσίες που παρέχονται δωρεάν, χαρακτηρίζονται ως «αυτοπαράδοση υπηρεσιών» βάσει των διατάξεων του ν. 2859/2000 «Κώδικας Φ.Π.Α». Σε αντίθετη περίπτωση στην απόδειξη που εκδίδει στην περίπτωση που παρέχεται υπηρεσία χωρίς αμοιβή, αναγράφει την ένδειξη «Δωρεάν».

Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών που υποχρεούνται σε παροχή ασφαλών πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου 4 και παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο υπόχρεο, σε πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3, σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή σε πρόσωπο εκτός της χώρας, για την άσκηση του επαγγέλματος τους, εκδίδουν πλέον τιμολόγιο (όπως και όλοι οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών), όπως ορίζεται στο άρθρο 6 και όχι απόδειξη παροχής υπηρεσιών όπως εξέδιδαν σε περίπτωση παροχής των υπηρεσιών τους στα ως άνω πρόσωπα, βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992)

• Διευκρινίσεις για τον τρόπο έκδοσης των αποδείξεων λιανικών συναλλαγών, βάσει των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ.. από τους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών που δεν υποχρεούνται στην παροχή ασφαλών πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου 4. ενώ είχαν την αντίστοιχη υποχρέωση τήρησης ορισμένων πρόσθετων βιβλίων της παρ. 5 του άρθρου 10 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ (Π.Δ. 186/1992).

Αναφορικά με τον τρόπο έκδοσης των αποδείξεων λιανικών συναλλαγών στο εξής, από τους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών, οι οποίοι τηρούσαν ορισμένα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. και δεν έχουν πλέον αντίστοιχη υποχρέωση παροχής ασφαλών πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Α.Σ., διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

Η κατηγορία αυτή, των υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, ήτοι ο εκμεταλλευτής διαγνωστικού κέντρου, ο εκπαιδευτής οδηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, ο επισκευαστής ηλεκτρικών ή ηλεκτρονικών συσκευών, επίπλων, μηχανών και μηχανημάτων, ο εκμεταλλευτής συνεργείου επισκευής και συντήρησης αυτοκινήτων, μοτοσυκλετών, μοτοποδηλάτων, γεωργικών και λοιπών αυτοκινούμενων μηχανημάτων και σκαφών θαλάσσης, ο εκμεταλλευτής ψυκτικών χώρων και χώρων αποθήκευσης αγαθών τρίτων, ο φυσιοθεραπευτής και οι ασκούντες παραϊατρικά επαγγέλματα, ο εκμεταλλευτής επιχείρησης ενοικιάσεως επιβατηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, ο μεσίτης αστικών συμβάσεων, αγοράς ή πώλησης και ενοικίασης ακινήτων, ο εκμεταλλευτής αυτοκινούμενων μηχανημάτων έργων, ο εκμεταλλευτής επιχείρησης πώλησης για λογαριασμό του ή για λογαριασμό τρίτων, μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, μοτοσυκλετών, μοτοποδηλάτων, τροχόσπιτων, σκαφών αναψυχής, γεωργικών και λοιπών αυτοκινούμενων μηχανημάτων και ο πράκτορας κρατικών λαχείων, εκδίδουν πλέον τις αποδείξεις λιανικών συναλλαγών, για τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες στο κοινό, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 7 και 9 του Κ.Φ.Α.Σ. και του άρθρου 1 του ν. 1809/1988 (Φ.Τ.Μ. ή Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ., παροχή υπηρεσιών εκτός κύριων επαγγελματικών εγκαταστάσεων κ.λπ.), λαμβανομένων υπόψη και των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Α.Σ.

Παράγραφος 4.

Χρόνος έκδοσης των αποδείξεων λιανικών συναλλαγών.

Οι διατάξεις των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της παραγράφου αυτής είναι όμοιες με τις αντίστοιχες για το ίδιο θέμα διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 5.

Έκδοση άλλων εγγράφων που περιλαμβάνουν το περιέχομενο των αποδείξεων λιανικών συναλλαγών.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις των τριών πρώτων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 6.

Ανάθεση της έκδοσης εισιτηρίων σε τρίτο.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ορίζεται ότι η έκδοση των εισιτηρίων θεαμάτων, κινηματογράφων, συναυλιών και λοιπών συναφών καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, καθώς επίσης και η έκδοση εισιτηρίων μεταφοράς προσώπων, που είναι ουσιαστικά αποδείξεις λιανικής για παροχή υπηρεσιών στο κοινό και εκδίδονται με τη μορφή εισιτηρίου λόγω της ανάγκης εξυπηρέτησης της μορφής των σχετικών αυτών συναλλαγών, δύναται να ανατίθεται σε τρίτο, ενώ προβλέπεται ότι οι λεπτομέρειες, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ως άνω διαδικασία, ορίζονται με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ήδη, με τις διατάξεις της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1208/16.11.2012 (ΦΕΚ Β’ 3065), οι οποίες ισχύουν και με τις νέες διατάξεις, βάσει των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Α.Σ., ρυθμίστηκε το ως άνω θέμα και ορίσθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εν λόγω ανάθεση.

Επισημάνσεις – Διευκρινίσεις.

• Ως τίτλος των Αποδείξεων Λιανικών Συναλλαγών αναγράφεται η φράση «Απόδειξη λιανικών συναλλαγών», ή «Απόδειξη λιανικής» ή «Απόδειξη παροχής υπηρεσιών» ή «Απόδειξη λιανικής πώλησης», ή «Απόδειξη» με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι εφόσον εκδίδονται για παροχή υπηρεσιών είναι θεωρημένες (χειρόγραφη έκδοση) ή σημασμένες με μηχανισμούς Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν. 1809/1988 (μηχανογραφική έκδοση). Αυτονόητο είναι ότι εφόσον εκδίδονται με τη χρήση απλής Φορολογικής Ταμειακής Μηχανής του ν. 1809/1988, εκδίδονται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών τεχνικών προδιαγραφών που διέπουν την έκδοσή τους με τον τρόπο αυτό.

• Δεδομένου ότι με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. (1/1/2013), δημιουργείται η υποχρέωση σε ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων, έκδοσης των αποδείξεων λιανικής με τη χρήση Φορολογικών Μηχανισμών του ν. 1809/1988 (Φ.Τ.Μ ή Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ.), επειδή εκδίδουν πλέον τις αποδείξεις λιανικής σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 7 και 9 του Κώδικα αυτού, καθώς επίσης και των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 1809/1988, παρέχεται η δυνατότητα προμήθειας των σχετικών μηχανισμών (Φ.Τ.Μ. ή Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ.) του ν. 1809/1988 για την έκδοση των αποδείξεων λιανικής ή θεώρησης των εν λόγω αποδείξεων στις περιπτώσεις εξαιρέσεων από την υποχρεωτική χρήση των μηχανισμών αυτών (π.χ. φυσιοθεραπευτής), έως τις 28/2/2013, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία υπαγωγής των εν λόγω υπόχρεων στο νέο καθεστώς.

Μέχρι την ως άνω ημερομηνία, οι εν λόγω υπόχρεοι μπορούν να εκδίδουν τις αποδείξεις λιανικής για τις πωλήσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών, με τον ίδιο τρόπο που τις εξέδιδαν με το προϊσχύσαν καθεστώς, των διατάξεων του Κ.Β.Σ (Π.Δ. 186/1992).

• Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. (1/1/2013), βάσει των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Α.Σ., παύουν να ισχύουν οι διατάξος των Α.Υ.Ο. 1072823/513/0015/ΠΟΛ.1159/22.6.1994 (ΦΕΚ 506 Β’), 1073555/584/0015/ΠOΛ.1166/16.6.1995 (ΦΕΚ 572 Β’) και Α.Υ.Ο. 1059176/625/0015/ΠΟΛ.1087/25.6.2003 (ΦΕΚ 932 Β’) «περί των εισιτηρίων εισόδου στα κέντρα διασκέδασης», καθώς επίσης και τα όσα έχουν γίνει δεκτά από τη Διοίκηση, για την εφαρμογή των διατάξεων των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων και από 1/1/2013 και στο εξής, η εν λόγω κατηγορία υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, εκδίδει πλέον τις αποδείξεις λιανικής, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 7 και 9 του Κ.Φ.Α.Σ., καθώς και των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 1809/1988.

• Από έναρξης ισχύος των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. (1/1/2013), δεν υφίσταται πλέον η υποχρέωση έκδοσης δελτίου κίνησης των τουριστικών λεωφορείων, όπως αυτή οριζόταν με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13α του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992).

Άρθρο 8

Έγγραφα μεταφοράς και Στοιχεία Λοιπόν Συναλλαγών

Παράγραφοι 1 έως 10.

Έγγραφα μεταφοράς και Διορθωτικό σημείωμα μεταφοράς.

Οι διατάξεις των παραγράφων αυτών, είναι ομοίου περιεχομένου με τις αντίστοιχες προϊσχύσασες του άρθρου 16 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Ως προς το διορθωτικό σημείωμα μεταφοράς, ορίζεται πλέον και με διάταξη νόμου (παρ. 6, περ. γ’), η θέση της Διοίκησης για την εφαρμογή των προϊσχυουσών διατάξεων του άρθρου 16 του Κ.Β.Σ (Π.Δ. 186/1992), ότι το διορθωτικό σημείωμα μεταφοράς, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διόρθωση κάθε είδους διαφοράς που προκύπτει από τα αναγραφόμενα στη φορτωτική την οποία διορθώνει (ενδεικτικά π.χ. λανθασμένη αναγραφή είδους), πέραν της χρησιμοποίησής του για την επιστροφή κομίστρων, τη διόρθωση ποσοτικών διαφορών, κ.λπ.

Παράγραφος 11.

Τιμολόγιο ή απόδειξη λιανικής αντί φορτωτικής.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, παρέχεται η δυνατότητα στον μεταφορέα, η έννοια του οποίου ορίζεται με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 8, να εκδίδει τιμολόγιο ή απόδειξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του Κ.Φ.Α.Σ. αντίστοιχα, αντί να εκδίδει φορτωτική, με την προϋπόθεση να τηρείται το ημερολόγιο μεταφοράς, που προβλέπεται από τις διατάξεις της Α.Υ.Ο. 1077844/641/0015/ΠΟΛ.1144/6.8.1992 (ΦΕΚ Β’ 517).

Τα προαναφερόμενα ισχύουν και για τα μεταφορικά γραφεία ή τους διαμεταφορείς, χωρίς την προϋπόθεση της τήρησης του ως άνω ημερολογίου μεταφοράς.

Παράγραφος 12.

Απόδειξη αυτοπαράδοσης.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, είναι όμοιου περιεχομένου με τις διατάξεις του άρθρου 14 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 13.

Απόδειξη δαπάνης. Δώρα έως εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι ομοίου περιεχομένου με τις προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 15 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν αναλυτικών διευκρινίσεων.

Συμπληρωματικά, διευκρινίζεται ότι σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, για δώρα που γίνονται αξίας έως εκατόν πενήντα ευρώ (150) ευρώ το καθένα, από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών, σε διάφορα πρόσωπα, με σκοπό την επαγγελματική του προβολή ή για την εκπλήρωση υποχρέωσης, συνυφασμένης με την επαγγελματική του δραστηριότητα, μπορεί να συντάσσεται σχετική κατάσταση με το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση των αποδεκτών των δώρων αυτών, αντί της έκδοσης απόδειξης δαπάνης για τον καθένα.

Άρθρο 9

Διασφάλιση συναλλαγών και διαφύλαξη δεδομένων

Παράγραφος 1.

Θεώρηση και σήμανση φορολογικών στοιχείων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζονται ρητά τα φορολογικά στοιχεία τα οποία θεωρούνται από τους υπόχρεους στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, ή σημαίνονται με μηχανισμούς Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν. 1809/1988 πριν από τη χρησιμοποίησή τους.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

Επί χειρόγραφης έκδοσης του δελτίου αποστολής του άρθρου 5 του παρόντος Κώδικα, αυτό πρέπει να φέρει θεώρηση, ενώ επί μηχανογραφικής έκδοσης αυτού με τη χρήση Η/Υ, αυτό θα πρέπει να φέρει σήμανση από φορολογικό μηχανισμό Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988 (ΦΕΚ Α’ 222). Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και για το συνενωμένο δελτίο αποστολής με οποιοδήποτε στοιχείο αξίας.

Τα τιμολόγια του άρθρου 6 του παρόντος Κώδικα, καθώς και τα στοιχεία που επέχουν θέση τιμολογίου (π.χ. εκκαθαρίσεις, εκκαθαρίσεις που προβλέπονται από Υπουργικές Αποφάσεις, φορτωτικές, στοιχεία της παρ. 16 του άρθρου 6 κ.λπ.), ανεξαρτήτως της χειρόγραφης ή μηχανογραφικής έκδοσής τους, εκδίδονται αθεώρητα και χωρίς σήμανση από μηχανισμό Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988 (ΦΕΚ Α’222).

Οι αποδείξεις λιανικής για την πώληση ή την παροχή υπηρεσιών του άρθρου 7 του παρόντος Κώδικα, εκδίδονται υποχρεωτικά με τη χρήση φορολογικών ταμειακών μηχανών ή μηχανογραφικά με τη χρήση Η/Υ και με σήμανση από φορολογικό μηχανισμό Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988 (ΦΕΚ Α’ 222) βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 του νόμου αυτού. Στις περιπτώσεις που προκύπτει εξαίρεση από τη χρήση φορολογικής ταμειακής μηχανής ή Η/Υ για την έκδοσή τους σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει δεκτά από τη Διοίκηση με Υπουργικές Αποφάσεις ή με ερμηνευτικές εγκυκλίους κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν.1809/1988 (ενδεικτικά αναφέρονται οι εξαιρέσεις της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1037/12.2.1992, περιπτώσεις βλάβης ή ώρες μη λειτουργίας του καταστήματος, πωλήσεις εκτός των κύριων επαγγελματικών εγκαταστάσεων κ.λπ.), εκδίδονται χειρόγραφες αποδείξεις λιανικής, οι οποίες εφόσον αφορούν πώληση αγαθών εκδίδονται αθεώρητες, ενώ εάν αφορούν παροχή υπηρεσιών εκδίδονται θεωρημένες.

Τα φορτωτικά έγγραφα των παραγράφων 1 έως και 10 του άρθρου 8 του παρόντος Κώδικα (φορτωτική, κατάσταση αποστολής αγαθών, απόδειξη μεταφοράς, διορθωτικό σημείωμα μεταφοράς), εκδίδονται αθεώρητα και χωρίς σήμανση από φορολογικό μηχανισμό Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν. 1809/1988. επί μηχανογραφικής έκδοσής τους. Το τιμολόγιο για την παροχή υπηρεσιών και το ημερολόγιο μεταφοράς της παραγράφου 11 του ίδιου άρθρου, εκδίδεται ή τηρείται αντίστοιχα αθεώρητο, ή δε απόδειξη λιανικής συναλλαγής (για παροχή υπηρεσίας), επίσης της παραγράφου 11 για τις εν λόγω υπηρεσίες μεταφοράς, εκδίδεται θεωρημένη, εφόσον είναι χειρόγραφη ή με τη χρήση φορολογικών μηχανισμών του ν.1809/1988 (απλής Φ.Τ.Μ. ή σημαινόμενη με Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ.).

Επισημαίνεται ότι το ως άνω ημερολόγιο μεταφοράς παρά το ότι από τις διατάξεις της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1144/6.8.1992 (ΦΕΚ 517 Β’) της οποίας γίνεται μνεία στις διατάξεις της παραγράφου 11, προβλέπεται θεωρημένο, τηρείται πλέον με τις νέες διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. αθεώρητο, λαμβανομένων υπόψη και των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14 του Κώδικα αυτού.

Οι αποδείξεις αυτοπαράδοσης και οι αποδείξεις δαπανών των διατάξεων των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου 8 του παρόντος Κώδικα, εκδίδονται σε κάθε περίπτωση αθεώρητες και σε περίπτωση μηχανογραφικής έκδοσής τους χωρίς σήμανση από φορολογικό μηχανισμό Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988.

Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις της Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ.1083/2.6.2003 (ΦΕΚ 794 Β719-6-2003) εξακολουθούν να ισχύουν, στις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα και μόνο για τα φορολογικά στοιχεία για τα οποία προβλέπεται η θεώρησή τους, βάσει των οριζομένων στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα αυτού.

Ειδικά για τους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσονται στις υποχρεώσεις που ορίζει η παράγραφος 23 του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα, περί της παροχής ασφαλών πληροφοριών για τις συναλλαγές τους, μπορεί να εφαρμόζονται τα οριζόμενα με την Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ.1083/2.6.2003 περί απαλλαγής της θεώρησης των φορολογικών τους στοιχείων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της περίπτωσης στ’ της ως άνω Α.Υ.Ο.Ο. (προϊσχύσαν καθεστώς «περί της τήρησης πρόσθετων βιβλίων από ορισμένες κατηγορίες επιτηδευματιών»), εφόσον καταχωρούνται οι ασφαλείς πληροφορίες βάσει των προαναφερομένων στην παράγραφο 23 του άρθρου 4 της παρούσης, εξαιρουμένης της περίπτωσης που το σχετικό φορολογικό στοιχείο εκδοθεί άμεσα, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης-τήρησής τους. Στην περίπτωση αυτή (της άμεσης έκδοσης), τα σχετικά φορολογικά στοιχεία εκδίδονται βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 6, 7 και 9 του παρόντος Κώδικα, καθώς επίσης και των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.1809/1988. Οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσονταν στην υποχρέωση τήρησης πρόσθετων βιβλίων του άρθρου 10 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δεν εντάσσονται στην υποχρέωση παροχής ασφαλών πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα, εκδίδουν τα φορολογικά τους στοιχεία βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 6, 7 και 9 του παρόντος Κώδικα, καθώς επίσης και των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.1809/1988. Τυχόν αποθέματα θεωρημένων φορολογικών στοιχείων ή και αθεώρητων με την ένδειξη «Αθεώρητα βάσει της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1083/2.6.2003», για τα οποία βάσει των διατάξεων του παρόντος Κώδικα δεν προβλέπεται πλέον υποχρέωση θεώρησής τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις συναλλαγές των υπόχρεων μέχρι εξαντλήσεώς τους.

Αναφορικά με τα οριζόμενα με τις διατάξεις της Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ.1082/2.6.2003 «περί της Καθιέρωσης υποχρέωσης χρησιμοποίησης Ειδικών Ασφαλών Διατάξεων Σήμανσης Στοιχείων του ν.1809/1988, όπως ισχύει, για την έκδοση, σήμανση και διαφύλαξη των στοιχείων του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), που εκδίδονται με μηχανογραφικό τρόπο», παρέχονται οι ακόλουθες διευκρινίσεις, λαμβανομένων υπόψη των νέων διατάξεων για τη φορολογική απεικόνιση των συναλλαγών του Κ.Φ.Α.Σ.

Στις διατάξεις της εν λόγω Απόφασης εξακολουθούν να εμπίπτουν τα φορολογικά στοιχεία η θεώρηση των οποίων ή η σήμανσή τους με μηχανισμούς Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988 προβλέπεται από τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ., ήτοι:

• Το στοιχείο διακίνησης (δελτίο αποστολής)

• Το συνενωμένο στοιχείο διακίνησης (Δ.Α.) με οποιοδήποτε στοιχείο αξίας

• Οι αποδείξεις λιανικών συναλλαγών για την παροχή υπηρεσιών

Επίσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της περίπτωσης Β’ της παραγράφου 3 της εν λόγω Α.Υ.Ο.Ο. απαλλάσσονται από την υποχρέωση χρησιμοποίησης Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988 για την έκδοση, σήμανση και διαφύλαξη των ως άνω στοιχείων, οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών που παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για τις συναλλαγές τους, όπως ορίζουν οι διατάξεις της παραγράφου 23 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Α.Σ., εφόσον καταχωρούνται οι ασφαλείς πληροφορίες, βάσει των προαναφερομένων στην παράγραφο 23 του άρθρου 4 της παρούσης, εξαιρουμένης της περίπτωσης που το σχετικό φορολογικό στοιχείο εκδοθεί άμεσα, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης – τήρησής τους και κατά συνέπεια τα μηχανογραφικώς εκδιδόμενα στοιχεία της περίπτωσης αυτής (αποδείξεις για την παροχή υπηρεσιών, συνενωμένα στοιχεία διακίνησης με στοιχεία αξίας), εκδίδονται με σήμανση από μηχανισμούς Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988.

Σημειώνεται ακόμη, ότι η υποχρέωση υποβολής της δήλωσης – κατάστασης της παραγράφου 6 (σημεία α, β, γ και δ) της εν λόγω Α.Υ.Ο.Ο. παύει να ισχύει, ενώ εξακολουθούν να ισχύουν τα οριζόμενα με το σημείο ε’ της ίδιας ως άνω παραγράφου. Παύει επίσης να ισχύει η υποχρέωση υποβολής δήλωσης – γνωστοποίησης της παραγράφου 7 (σημεία α, β και γ) της ως άνω Α.Υ.Ο.Ο. και διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση βλάβης ή διακοπής λειτουργίας της Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. και μέχρι την επαναλειτουργία της (εντός 24 ωρών για τους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης και εντός 48 ωρών για τα υπόλοιπα διαμερίσματα της χώρας) και εφόσον δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ., μπορεί να εκδίδονται αθεώρητα στοιχεία από μηχανογραφικά στελέχη, επί των οποίων αναγράφεται η ένδειξη «Χωρίς σήμανση λόγω βλάβης της Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. με αρ. μητρώου».

Σημειώνεται τέλος ότι οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών που εξαιρούνται ή απαλλάσσονται και δεν εντάσσονται στις διατάξεις της ως άνω Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ.1082/2.6.2003, μπορούν προαιρετικά να εκδίδουν, σημαίνουν και διαφυλάττουν τα φορολογικά τους στοιχεία, επί μηχανογραφικής έκδοσής τους, με τη χρήση Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988 εφαρμόζοντας τα οριζόμενα με τις διατάξεις της απόφασης αυτής.

Πέραν των ανωτέρω, σημειώνεται ότι τα βιβλία του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα, τηρούνται αθεώρητα, με εξαίρεση τα έντυπα καταχώρισης ασφαλών πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου 4 του Κώδικα αυτού, τα οποία τηρούνται θεωρημένα ή με σήμανση από μηχανισμό Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988 (με Α.Υ.Ο. καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις της σήμανσης με μηχανισμούς Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν.1809/1988 των εν λόγω εντύπων).

Παράγραφος 2.

Τόπος τήρησης βιβλίων και στοιχείων.

Με τις διατάξεις αυτές τα βιβλία (χειρόγραφα ή μηχανογραφικά) ενημερώνονται στην επαγγελματική εγκατάσταση που αφορούν. Επίσης, τα χειρόγραφα βιβλία, τα εκτυπωμένα βιβλία ή τα δεδομένα των μηχανογραφικά τηρουμένων βιβλίων, βρίσκονται στην επαγγελματική εγκατάσταση που αφορούν μέχρι την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος της διαχειριστικής περιόδου που αφορούν και επιδεικνύονται άμεσα στον έλεγχο όταν ζητηθούν.

Με γνωστοποίηση (όχι έγκριση) στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία της έδρας μπορεί τα βιβλία να ενημερώνονται και να βρίσκονται σε οποιοδήποτε άλλο τόπο εκτός της επαγγελματικής εγκατάστασης που αφορούν με την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα τους επιδεικνύονται στη φορολογική αρχή στην προθεσμία που τίθεται σε αυτές ή μετά την ενημέρωσή τους τα συμπληρωμένα έντυπα επιστρέφονται στην εγκατάσταση που αφορούν.

Ο τόπος τήρησης μπορεί να είναι ίδια ή μη επαγγελματική εγκατάσταση.

Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και όσον αφορά τη φύλαξη των φορολογικών στοιχείων και των ηλεκτρομαγνητικών μέσων αποθήκευσής τους.

Ανεξάρτητα από τα προαναφερόμενα, οι πληροφορίες της παραγράφου 23 του άρθρου 4 τηρούνται πάντοτε στην επαγγελματική εγκατάσταση που αφορούν και επιδεικνύονται άμεσα στον έλεγχο όταν ζητηθούν, όπως ισχύει για τα βιβλία και τα στοιχεία που τηρούνται στην εγκατάσταση αυτή.

Σημειώνεται ότι, γνωστοποιήσεις που είχαν υποβληθεί και εγκρίσεις που είχαν δοθεί με τις διατάξεις του προϊσχύσαντα Κώδικα για την τήρηση των βιβλίων και των στοιχείων εξακολουθούν να ισχύουν και για την τήρηση των βιβλίων και

των στοιχείων του Κώδικα αυτού, σε άλλο τόπο, χωρίς δηλαδή την υποχρέωση υποβολής νέας γνωστοποίησης.

Παράγραφος 3.

Φύλαξη βιβλίων και στοιχείων.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος τα χειρόγραφα και εκτυπωμένα βιβλία ή τα ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης αυτών καθώς και τα στοιχεία σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή ή μέσα αποθήκευσης αυτών, μπορούν να φυλάσσονται οπουδήποτε εντός ή εκτός της Ελληνικής επικράτειας. Στην περίπτωση αποθήκευσης τους εκτός της Ελληνικής Επικράτειας υποβάλλεται γνωστοποίηση πριν την έναρξη της φύλαξης ενώ επί μεταβολής του τόπου φύλαξης εκτός της Ελληνικής επικράτειας υποβάλλεται νέα γνωστοποίηση. Αναλόγως με τα προαναφερόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, τυχόν σχετικές γνωστοποιήσεις που έχουν υποβληθεί με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Κ.Β.Σ. δεν υποβάλλονται ξανά.

Παράγραφος 4.

Διαφύλαξη τιμολογίων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο οι διατάξεις των άρθρων 244, 245, 247 και 249 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2010/45/ΕΕ του Συμβουλίου, σχετικά με το κοινό σύστημα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας όσον αφορά τους κανόνες τιμολόγησης.

Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις των σημείων α’, β’, γ’ και δ’ της παραγράφου αυτής έχουν αντίστοιχα όμοιο περιεχόμενο με τις διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 10 και 11 του άρθρου 18α του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του σημείου ε’ ορίζεται ότι ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών υποχρεούται να διαφυλάττει τα τιμολόγια στην αρχική τους μορφή με την οποία διαβιβάσθηκαν ή τέθηκαν στη διάθεσή του. Στην περίπτωση που η διαφύλαξη των τιμολογίων γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα πρέπει να διαφυλάσσονται ηλεκτρονικά και τα δεδομένα που εξασφαλίζουν τη γνησιότητα προέλευσης και την ακεραιότητα του περιεχομένου των τιμολογίων αυτών.

Με τις διατάξεις του σημείου στ’ ορίζεται ότι στις περιπτώσεις συναλλαγών που ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών είναι εγκατεστημένος σε ένα κράτος – μέλος της Ε.Ε. και ο Φ.Π.Α. οφείλεται σε ένα άλλο κράτος – μέλος, οι αρμόδιες αρχές των εμπλεκομένων κρατών – μελών έχουν δικαίωμα πρόσβασης, λήψης και χρήσης των εκδιδομένων ή ληφθέντων από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών τιμολογίων, εφόσον αυτά έχουν αποθηκευτεί με ηλεκτρονικά μέσα, τα οποία εξασφαλίζουν πρόσβαση με απευθείας σύνδεση (on-line) πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα.

Με τις διατάξεις του σημείου ζ’ της παραγράφου αυτής προσδιορίζεται η έννοια της διαφύλαξης τιμολογίων με ηλεκτρονικά μέσα ως η διαφύλαξη δεδομένων που πραγματοποιείται με ηλεκτρονικό εξοπλισμό επεξεργασίας και διαφύλαξης, καθώς και με ενσύρματα, ασύρματα, οπτικά ή άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα.

Παράγραφος 5.

Χρόνος διαφύλαξης.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι ομοίου περιεχομένου με τις αντίστοιχες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 6.

Διαφύλαξη φορολογικών στοιχείων σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι εν πολλοίς ομοίου περιεχομένου με τις αντίστοιχες διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. και δεν χρήζουν αναλυτικών διευκρινίσεων. Επισημαίνεται ότι η δυνατότητα διαφύλαξης των φορολογικών στοιχείων σε ηλεκτρονικά μέσα, κατά τα οριζόμενα της παραγράφου αυτής, παρέχεται πλέον για το σύνολο των εκδοθέντων και ληφθέντων φορολογικών στοιχείων των υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων και των ληφθέντων φορολογικών στοιχείων με ημερομηνία έκδοσης πριν την 1/1/2013.

Παράγραφος 7.

Μη εκτύπωση αθεώρητων βιβλίων.

Όταν τα αθεώρητα βιβλία και οι αθεώρητες καταστάσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. ενημερώνονται μηχανογραφικά, μπορεί να μην εκτυπώνονται αλλά να φυλάσσονται σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα με την προϋπόθεση όμως ότι τα δεδομένα τους εκτυπώνονται άμεσα όταν ζητηθεί από τον φορολογικό έλεγχο. Στην περίπτωση αδυναμίας αναπαραγωγής – εκτύπωσης των δεδομένων αυτών, η αδυναμία – μη διαφύλαξή τους ισοδυναμεί με μη τήρηση των αντίστοιχων βιβλίων ή καταστάσεων. Αντίστοιχα, στις περιπτώσεις των φορολογικών στοιχείων, για τα οποία δεν προβλέπεται εκτύπωση των στελεχών τους, δεδομένου ότι αποθηκεύονται ηλεκτρονικά δεδομένα που επέχουν θέση στελέχους (π.χ. ηλεκτρονικά αρχεία σήμανσης), η μη διαφύλαξη των αποθηκευμένων αυτών δεδομένων, ισοδυναμεί με μη διαφύλαξη των αντίστοιχων, εκδιδομένων φορολογικών στοιχείων.

Άρθρο 10

Διασταυρώσεις και απόδειξη συναλλαγών

Παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 5.

Υποβολή φορολογικών στοιχείων για διασταύρωση.

Με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του παρόντος άρθρου εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση υποβολής καταστάσεων για τη διασταύρωση των συναλλαγών των υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, όπως αυτή ορίστηκε και βάσει των όσων έχουν γίνει δεκτά με τις διατάξεις του άρθρου 20 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992). Οι κυριότερες μεταβολές που επέρχονται στην υποχρέωση αυτή με τις παρούσες διατάξεις των εν λόγω παραγράφων συνίστανται στα ακόλουθα:

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ορίζονται τα πρόσωπα που υποχρεούνται σε υποβολή καταστάσεων για τις συναλλαγές που πραγματοποίησαν ανά ημερολογιακό έτος, με σκοπό την παροχή πληροφοριών για τη συναλλακτική δραστηριότητα των συναλλασσόμενων με τον υποβάλλοντα.

Εκτός από τα πρόσωπα του άρθρου 1 και της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος Κώδικα, υποχρεούνται να υποβάλλουν καταστάσεις και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος, μόνο στην περίπτωση που έχουν επιλέξει να εκδίδουν οι ίδιοι τιμολόγια για την πώληση του συνόλου της παραγωγής τους κατά ρητή διατύπωση των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 ορίζεται ότι, προκειμένου να είναι δυνατή η διασταύρωση στοιχείων, στις περιπτώσεις εισαγωγών ή εξαγωγών αγαθών, δεν απαιτείται πλέον αποστολή στοιχείων από τις Τελωνειακές αρχές στις αρμόδιες Υπηρεσίες της Γ.Γ.Π.Σ., αλλά οι πληροφορίες αυτές λαμβάνονται απευθείας από το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Τελωνείων (Ο.Π.Σ.Τ. – ICIS).

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ρητά το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων καταστάσεων. Στις καταστάσεις αυτές δεν αναγράφονται πλέον το επάγγελμα, η ταχυδρομική διεύθυνση και η αρμόδια Δ.Ο.Υ. του υπόχρεου, καθώς και το επάγγελμα και η διεύθυνση των συναλλασσομένων με τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 καθορίζεται η προθεσμία υποβολής των καταστάσεων ως η 25η Ιουνίου έκαστου έτους, για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

Οι καταστάσεις αυτές υποβάλλονται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ.1114/18.8.2005 (ΦΕΚ 1191 Β726-8- 2005) «περί της υποχρέωσης υποβολής των συγκεντρωτικών καταστάσεων πελατών, προμηθευτών και πιστωτικών υπολοίπων του άρθρου 20 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), μόνο με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας (TAXISnet)», ενώ δεν υποβάλλονται εάν τα δεδομένα του περιεχομένου τους διαβιβάζονται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α’).

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 ορίζονται ρητά οι συναλλαγές για τις οποίες δεν υπάρχει υποχρέωση υποβολής καταστάσεων του άρθρου αυτού. Διευκρινίζεται ότι απαλλάσσονται της υποχρέωσης υποβολής καταστάσεων τα πρόσωπα του άρθρου 1 και της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κ.Φ.Α.Σ. για τα ασφάλιστρα, τις επιστροφές ασφαλίστρων και τις εκπτώσεις επί των ασφαλίστρων που αναγράφονται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ή στις πρόσθετες πράξεις.

Διευκρινίζεται τέλος, ότι παύει να ισχύει η υποχρέωση υποβολής ισοζυγίου ετησίως, για όσους εντάσσονταν σε αυτή την υποχρέωση με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 20 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. για τις χρήσεις που λήγουν από 1/1/2013 και έπειτα.

Παράγραφος 6.

Απόδειξη συναλλαγών.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τίθεται όριο για τις συναλλαγές μεταξύ υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών αξίας 3.000 ευρώ και άνω, η εξόφληση των οποίων πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω τραπεζικών λογαριασμών ή με επιταγή έκδοσης του λήπτη του στοιχείου. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης εξακολουθούν να ισχύουν τα όσα έχουν γίνει δεκτά από τη Διοίκηση και δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, βάσει των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14 του παρόντος.

Το όριο αξίας των συναλλαγών για αγορές αγροτικών προϊόντων που εξοφλούνται υποχρεωτικά μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγή του αγοραστή αναπροσαρμόζεται από το ποσό των 1.000 ευρώ στο ποσό των 3.000 ευρώ.

Επισημαίνεται ότι, με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου επιτρέπεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων ανταπαιτήσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, ανεξαρτήτως ύψους της αξίας της συναλλαγής και της σχέσης μεταξύ των αντισυμβαλλομένων. Διευκρινίζεται επίσης ότι, επιτρέπονται οι συμψηφισμοί που θα γίνονται από 1/1/2013 και εφεξής, για τις αμοιβαίες ανταπαιτήσεις μεταξύ των αντισυμβαλλομένων που προκύπτουν από φορολογικά στοιχεία που έχουν εκδοθεί πριν την 1 /1 /2013.

Παράγραφος 7.

Υποχρέωση αναγραφής στοιχείων συναλλασσομένων σε τραπεζικά παραστατικά

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν επέρχεται μεταβολή στα όσα ίσχυαν με τις διατάξεις των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και κατά συνέπεια δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.

Παράγραφος 8.

Βάρος απόδειξης συναλλαγών.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι οι εκδότες και οι λήπτες των φορολογικών στοιχείων φέρουν το βάρος της απόδειξης των συναλλαγών τους, επιβεβαιώνοντας με κάθε πρόσφορο τρόπο τα στοιχεία των αντισυμβαλλομένων τους, στο πλαίσιο που δεν παραβιάζεται το φορολογικό απόρρητο. Σχετικά με την υποχρέωση αυτή, παρέχεται πλέον η δυνατότητα επιβεβαίωσης των στοιχείων των αντισυμβαλλομένων από κάθε ενδιαφερόμενο, ηλεκτρονικά, από βάση δεδομένων ή αρχείο υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, από τη στιγμή που αυτό θα δημιουργηθεί και θα είναι διαθέσιμο στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων.

Άρθρο 11

Εξουσίες Φορολογικής Αρχής

Παράγραφοι 1 και 2.

Απαλλαγές από ορισμένες υποχρεώσεις του Κ.Φ.Α.Σ. – Αρμοδιότητα χορήγησής τους.

Οι διατάξεις των παραγράφων αυτών είναι εν πολλοίς ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις των άρθρων 11 (παρ. 1γ) και 36 (παρ. 2αα) του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν αναλυτικών διευκρινίσεων.

Οι ουσιαστικές διαφοροποιήσεις που επέρχονται με τις νέες διατάξεις συνίστανται στην απάλειψη του αποκλειστικού δικαιώματος του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. να εγκρίνει τις απαλλαγές από τις υποχρεώσεις του Κ.Φ.Α.Σ. που αναφέρονται σε αυτές, όπου πλέον το δικαίωμα αυτό το έχει ο αρμόδιος Οικονομικός Επιθεωρητής μετά από εισήγηση του αρμόδιου Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., καθώς επίσης και στη δυνατότητα απαλλαγής του υπόχρεου του Κ.Φ.Α.Σ. από την τήρηση απλογραφικών βιβλίων (Β’ κατηγορίας του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ.) και την έκδοση αποδείξεων λιανικών συναλλαγών από την έναρξη των εργασιών του εφόσον εκτιμάται ότι το ύψος των ακαθάριστων εσόδων κατά τη διαχειριστική περίοδο που διανύεται δε θα υπερβεί το όριο της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Κ.Φ.Α.Σ.

Παράγραφος 2.

Δικαιώματα προϊσταμένου Δ.Ο.Υ.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι επίσης εν πολλοίς ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις του άρθρου 36 (παρ. 8) του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) και δε χρήζουν αναλυτικών διευκρινίσεων. Η μόνη διαφοροποίηση που επέρχεται με τις νέες διατάξεις συνίσταται στην απάλειψη του «κωλύματος» της συστέγασης των επιχειρήσεων για τη θεώρηση των βιβλίων και στοιχείων τους, και κατά συνέπεια ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. εφεξής δεν έχει δικαίωμα να αρνείται τη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων στην περίπτωση αυτή.

Κατά ρητή διατύπωση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι διατάξεις της παύουν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Τέλος, επισημαίνεται ότι γενικά όλες οι αποφάσεις των Προϊσταμένων Δ.Ο.Υ. που είχαν εκδοθεί βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), παύουν να ισχύουν από 1/1/2013 και οι υπόχρεοι θα πρέπει να εφαρμόζουν τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. από την ημερομηνία αυτή και μετά.

Ειδικότερα, παύουν να ισχύουν αποφάσεις που αναφέρονται σε:

• Καταχώρηση των συναλλαγών της κοινοπραξίας στα βιβλία των μελών.

• Τήρηση θεωρημένου βιβλίου κινητής αποθήκης (προβλέπεται από την παρ. 4 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Α.Σ. χωρίς έγκριση).

• Απαλλαγή από την έκδοση αποδείξεων ποσοτικής παραλαβής και δελτίων αποστολής επί επαναλαμβανόμενων αγορών ή πωλήσεων.

• Έγκριση για κατά διάφορο τρόπο θεώρηση βιβλίων και στοιχείων ή και μη θεώρησή τους.

• Υποχρέωση παραγωγού αγροτικών προϊόντων στην έκδοση τιμολογίων για την πώληση του συνόλου της παραγωγής του (προβλέπεται σχετική δυνατότητα στην παρ. 1 του άρθρου 10 του Κ.Φ.Α.Σ. χωρίς έγκριση).

Παρέχεται η δυνατότητα για τη διευκόλυνση προσαρμογής των υπόχρεων στις νέες διατάξεις, οι αποφάσεις των Προϊσταμένων Δ.Ο.Υ. που αναφέρονται σε απαλλαγές από την έκδοση Δελτίων Αποστολής ή την έκδοσή τους κατά διάφορο τρόπο, καθώς επίσης και σε κατά διάφορο τρόπο θεώρησης φορολογικών στοιχείων ή μη θεώρησής τους, να εξακολουθούν να ισχύουν έως 28/2/2013, ενώ μέχρι την ημερομηνία αυτή μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση για την έγκριση μη έκδοσης Δελτίου Αποστολής ή την έκδοσή του κατά διάφορο τρόπο βάσει των νέων εξουσιοδοτικών διατάξεων της παρ. 1α του άρθρου 11 του Κ.Φ.Α.Σ.

Άρθρο 12

Εξουσίες Υπουργού Οικονομικών

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζονται οι εξουσίες του Υπουργού Οικονομικών που συνίστανται: α) στην έκδοση των αναγκαίων αποφάσεων σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών και της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ και β) στην έκδοση αποφάσεων για την περαιτέρω απλοποίηση της διαδικασίας εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

Άρθρο 13

Θέση σε ισχύ

Με το άρθρο αυτό ορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κώδικα, από την 1/1/2013.

Άρθρο 14

Μεταβατικές διατάξεις

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, που είναι μεταβατικού χαρακτήρα λαμβάνεται μέριμνα και ρυθμίζονται ορισμένα ιδιαίτερης σημασίας θέματα. Ειδικότερα:

Παράγραφος 1.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι, κάθε διάταξη αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 1-13 δεν ισχύει σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτές και παύουν να ισχύουν διοικητικά έγγραφα και εγκύκλιοι διαταγές, που αφορούν και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις αυτές.

Παράγραφος 2.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι, όπου από τις κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (π.δ. 99/1977, ΦΕΚ Α’ 34) και του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992, ΦΕΚ Α’ 84), μετά την ισχύ του παρόντος Κώδικα, νοούνται οι συναφείς διατάξεις των άρθρων 1-12 του Κώδικα αυτού.

Παράγραφος 3.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι, όπου στις κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή σε βιβλία δεύτερης κατηγορίας νοούνται τα απλογραφικά βιβλία των παραγράφων 16 έως και 22 του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα και όπου γίνεται παραπομπή σε βιβλία τρίτης κατηγορίας νοούνται τα διπλογραφικά βιβλία των παραγράφων 7 έως και 15 του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα.

Παράγραφος 4.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι, οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων, της Επιτροπής Λογιστικών Αμφισβητήσεων και της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων εξακολουθούν να ισχύουν για το χρόνο που ορίζεται και τα θέματα που ρυθμίζονται αντίστοιχα από αυτές, εφόσον με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υφίστανται οι σχετικές υποχρεώσεις.

Παράγραφος 5.

Με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι, οι διατάξεις των άρθρων 5 (δελτίο αποστολής), 7 (αποδείξεις λιανικών συναλλαγών) και 8 (έγγραφα μεταφοράς και στοιχεία λοιπών συναλλαγών) παύουν να ισχύουν από την 1/1/2014.

Επίσης, με τις διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών συστήνεται Ομάδα Εργασίας, προκειμένου να επεξεργασθεί και να υποβάλει μέχρι 30/6/2013 τις προτάσεις της για περαιτέρω απλοποίηση και βελτίωση των προβλεπομένων από τον παρόντα Κώδικα διατάξεων και αντίστοιχες τροποποιήσεις που απαιτούνται στην εμπορική και λογιστική νομοθεσία

Ακριβές αντίγραφο

Ο Προϊστάμενος της Γραμματείας

Ο Υφυπουργός Οικονομικών

Γεώργιος Μαυραγάνης

ΠΟΛ. 1150/14-06-2012 Ένταξη σε κατηγορία βιβλίων της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (Ι.Κ.Ε.)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ
& ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ & ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (15η) ΤΜΗΜΑ Α΄

Ταχ. Δ/νση : Πανεπιστημίου 20
Ταχ. Κωδ. : 106 72 ΑΘΗΝΑ Τηλέφωνο : 210 3638389
FAX : 210 3641620

 

Αθήνα, 14/06/2012
Αρ. Πρωτ.: ΠΟΛ. 1150

ΠΡΟΣ: Ως Π.Δ.
ΘEMA: «Ένταξη σε κατηγορία βιβλίων της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (Ι.Κ.Ε.)».

 
Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα αναφορικά με το θέμα σας γνωρίζουμε τα εξής:
1. Με τις διατάξεις των άρθρων 43 – 120 του ν. 4072/2012 (Α΄.86) θεσπίστηκε νέα εταιρική
μορφή η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (Ι.Κ.Ε.).
Ειδικότερα με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 116 ορίζεται ότι οι εκάστοτε ισχύουσες
φορολογικές διατάξεις για τις Εταιρίες Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.) εφαρμόζονται και στις
Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρίες (Ι.Κ.Ε.).
2. Έπειτα από τα παραπάνω λαμβανομένου υπόψη ότι οι Eταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης
εντάσσονται με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Κ.Β.Σ. στην
τρίτη κατηγορία βιβλίων, ομοίως εντάσσονται και οι Ι.Κ.Ε. ανεξάρτητα από το ύψος των ετήσιων
ακαθάριστων εσόδων τους.
Ακριβές Αντίγραφο

O Προϊστάμενος της Γραμματείας

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ Δ/ΝΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δημοσιεύθηκε στηνΠΟΛ.

Πολ. 1001/28.12.2012 Aναστολή καταστροφής πινακίδων κυκλοφορίας των Ι.Χ. οχημάτων που τίθενται σε προσωρινή ακινησία

Υπ. Οικ. Πολ. 1001/28.12.2012

Με δεδομένη την ιδιαίτερη οικονομική συγκυρία, για τον περιορισμό των δαπανών καταστροφής και επανέκδοσης των πινακίδων κυκλοφορίας των οχημάτων που τίθενται σε προσωρινή ακινησία και παραμένουν στις Δ.Ο.Υ. πέραν του δωδεκαμήνου, σας ενημερώνουμε ότι αναστέλλεται η εφαρμογή της 1021752/182/Τ.& Ε.Φ./4-3-2003 εγκυκλίου του Υπουργείου Οικονομικών που αφορά στην καταστροφή των πινακίδων αυτών.

Ως εκ τούτου, οι πινακίδες κυκλοφορίας των οχημάτων που τίθενται σε προσωρινή ακινησία δεν θα καταστρέφονται πλέον και θα παραμένουν στις Δ.Ο.Υ. για όλη την περίοδο της ακινησίας.